Του Πρωτ. Κωνσταντίνου Φλάκη,
Εφημερίου Ιερού Ναού Αγίας Παρασκευής
Ιεράς Μητροπόλεως Δημητριάδος

Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν μεριμνά μόνο, ώστε τίποτα να μη λείψει στον φθαρτό κόσμο για την κατά Χριστόν προκοπή μας. Το ενδιαφέρον και η αγάπη της φανερώνεται και κατά την εκδημία μας από τον κόσμο τούτον.

Όλα αυτά φαίνονται στην υπέροχη και κατανυκτικότατη Νεκρώσιμη Ακολουθία, στα Ιερά μνημόσυνα, και γενικώς στις ευχές της Εκκλησίας μας υπέρ των κεκοιμημένων.

Πρώτα όμως θα αναφερθούμε εν ολίγοις στις τελευταίες φροντίδες που προσφέρονται στους νεκρούς αδελφούς μας πριν τον ενταφιασμό τους.
Κηδεύω, σημαίνει φροντίζω. Η τελευταία φροντίδα για τον άνθρωπο που πεθαίνει, είναι συνδεδεμένη με τις ψυχικές ανάγκες του ανθρώπου και αντανακλά μακρινή εκκλησιαστική παράδοση. Δείχνει όμως και τον σεβασμό και την τιμή προς την ιερότητα του σώματος έστω κι αν αυτό είναι νεκρό.

Οι φροντίδες για τον νεκρό που παρέχονται με σεμνότητα και αγάπη και όχι αυτές που συνοδεύονται από επίδειξη και ματαιοδοξία, δεν είναι ξένες προς το πνεύμα της Εκκλησίας. Η Παλαιά Διαθήκη π.χ. σημειώνει: «Τέκνον, χύσε δάκρυα για τον νεκρό, κι όπως αρμόζει και συνηθίζεται, συμμάζευσε και περιποιήσου το σώμα του και μην αδιαφορήσεις για την ταφή του. Κάνε όλα αυτά και για να μην κατηγορηθείς ότι περιφρόνησες και έδειξες ασέβεια στον νεκρό (Σοφία Σειράχ 38,16-17).

Αλλά για τις φροντίδες προς τον νεκρό μιλάει και η Καινή Διαθήκη με διάφορες περιγραφές και διηγήσεις, και μάλιστα στα σχετικά με τον ενταφιασμό του παναγίου Σώματος του Χριστού.

Η Εκκλησία μας λοιπόν υιοθέτησε την φροντίδα των νεκρών, όχι μόνο επειδή αγαπά τον άνθρωπο και τιμά το ανθρώπινο σώμα, αλλά και επειδή το πανάγιο Σώμα του Κυρίου και Θεού μας δέχθηκε όμοιες φροντίδες από τους δύο σεμνούς και επίσημους κηδευτές Του, τον Ιωσήφ και τον Νικόδημο.

Αλλά και οι θεοφόροι Πατέρες της Εκκλησίας διδάσκουν επίσης τον ευπρεπή τρόπο κήδευσης των νεκρών μας.

Ο Γρηγόριος ο Θεολόγος, παρόλο που από την φύση του ήταν μοναχικός και ασκητικός τύπος, αναφερόμενος στις τελευταίες φροντίδες που θα ήθελε να λάβει κατά την έξοδό του από αυτόν τον κόσμο, διερωτάται: «Ποιος θα βάλει τα δάκτυλά του στα μάτια μου, όταν αυτά θα σβήσουν;». Το ερώτημα αυτό μας θυμίζει την ευχή του λαού μας: «Ο Θεός να μ’ αξιώσει να μου κλείσεις τα μάτια».

Στα χρόνια των αγίων Πατέρων τηρούνταν το έθιμο αυτό με πιστότητα και ευλάβεια. Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, αναφέρει για την αδελφή του επισκόπου Αντιοχείας Φλαβιανού, ότι επιθυμία της ήταν να της κλείσει τα μάτια και το στόμα ο αδελφός της, και να μεριμνήσει, ώστε να της προσφερθούν με κάθε επιμέλεια οι τελευταίες φροντίδες των νεκρών.

Το έργο λοιπόν της φροντίδας των νεκρών θεωρούνταν από τους χριστιανούς ανέκαθεν τόσο ιερό, ώστε έτρεχαν να φροντίσουν και γι’ αυτούς ακόμα που πέθαιναν από λοιμικές ασθένειες.

Ο ιστορικός Ευσέβιος αναφέρει: «Οι χριστιανοί εσήκωναν τα σώματα των νεκρών στα χέρια τους, τα αγκάλιαζαν, τους έκλειναν τα μάτια και το στόμα, τα φορτώνονταν στους ώμους και τα μετέφεραν για να τα πλύνουν και να τα ντύσουν με τα κατάλληλα νεκρικά ρούχα. Απεναντίας οι ειδωλολάτρες μόλις έβλεπαν κάποιον να προσβάλλεται από μολυσματική αρρώστια, τον απέφευγαν, εγκατέλειπαν δε ακόμη και τους δικούς τους προσφιλείς ανθρώπους».

Από τον βίο του Οσίου Μαρκιανού πληροφορούμαστε ότι ο άγιος αυτός άνθρωπος εκτός των άλλων, περιήρχετο κατά την διάρκεια της νύχτας τις πλατείες και τα σοκάκια της πόλης, και φρόντιζε κάθε άνθρωπο που εύρισκε νεκρό και εγκαταλελειμμένο εξ αιτίας της φτώχειας του.
Και όταν συναντούσε τέτοιον, χαιρόταν τόσο ως να είχε βρεί πολυτιμότατο θησαυρό. Τότε τον παραλάμβανε και αφού τον περιποιούνταν με κάθε επιμέλεια, απευθύνονται σ’ αυτόν ως να ήταν ζωντανός: «Έλα αδελφέ μου να δώσομε τον ασπασμό της αγάπης του Χριστού». Και τότε με την χάρη του Θεού ζωντάνευε ο άνθρωπος, ασπαζόντουσαν και ευθύς εξάπλωνε πάλι νεκρός!
Η τακτοποίηση του νεκρού απέβλεπε στο να παρουσιάζει η σορός γενικώς όψη ευπρεπή. Ίσιωναν τα πόδια του, σταύρωναν τα χέρια του, σφράγιζαν μάτια και στόμα, έβαζαν καθαρά σεντόνια και μεταξωτά υφάσματα, τους έραιναν με πολλά αρώματα, κ.λ.π.
Όλα αυτά ήταν δείγμα της στοργής με την οποία τα μέλη της στρατευόμενης Εκκλησίας ετοίμαζαν την σορό του αδελφού τους, ο οποίος μετετέθη πλέον στην θριαμβεύουσα εν ουρανοίς Εκκλησία. Αποτελούν όμως και μία φροντίδα όλα αυτά, που δίνει παρηγοριά στους συγγενείς που προπέμπουν τους προσφιλείς τους.

Η αλήθεια είναι ότι στην φροντίδα για τους νεκρούς εισχωρούσε συχνά και η ανθρώπινη ματαιοδοξία και επίδειξη των συγγενών του αποθανόντος, ιδιαίτερα όταν ο νεκρός ήταν πλούσιος. Αλλά η Εκκλησία καταδίκαζε πάντοτε την τάση αυτή, ενώ οι θεοφόροι Πατέρες καυτηρίασαν με αυστηρότατη γλώσσα την πολυτέλεια στις κηδείες και τους πολυτελείς τάφους.

Στις ημέρες μας το έργο της φροντίδας των νεκρών το έχουν αναλάβει τα Γραφεία Τελετών. Μπορεί να έχει τις προϋποθέσεις πλέον μιας συλλογικής εργασίας και επιχείρησης, με εργοδότες και υπαλλήλους, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να χαθεί ο χαρακτήρας του λειτουργήματος και της ιερότητας με την οποία πρέπει να υπηρετείται. Το σώμα του ανθρώπου, σύμφωνα με την θεολογία της Εκκλησίας μας, αποτελεί εικόνα του Θεού, ναός του Αγίου Πνεύματος, το φύραμα που ο Υιός και Λόγος του Θεού προσέλαβε και ζυμώθηκε μαζί του σε μία μείξη ασύγχυτη, και αδιαίρετη, φανερώνοντας έτσι την καινούρια εν Χριστώ κατάσταση της ολόκληρης της κτίσεως. Το σώμα του ανθρώπου αποτελεί την «ωραιότητα»και το «κάλλος» της ανθρώπινης φύσης μας, που τώρα είναι φθαρτό και σπέρνεται στη γη, αλλά κατά την κοινή ανάσταση (πρβλ. «προσδωκώ ανάστασιν νεκρών») θα ντυθεί την αφθαρσία και την αθανασία της θεότητας. Γι’ αυτό το περιβάλλουμε με τιμή και σεβασμό, το στολίζουμε με λουλούδια, το λιβανίζουμε, το προσκυνούμε, το λιτανεύουμε, καίμε καντήλι και κεριά στον τάφο του….

Επομένως οι φροντίδες που προσφέρονται – από τα σημερινά συνεργεία των Γραφείων Τελετών – στους νεκρούς μας πρέπει να συνοδεύονται από τον ανάλογο σεβασμό, ευλάβεια, και αγάπη. Γιατί πραγματικά αποτελεί μεγάλη ευλογία από τον Θεό να περιποιείται κανείς το νεκρό αδελφό μας.

Με αυτές τις προϋποθέσεις πλησιάζομε και αγγίζομε τον νεκρό μας, και με ιεροπρέπεια τον φροντίζομε. Όπως οι δύο σεμνοί κηδευτές του Κυρίου μας, ο Ιωσήφ ο από Αριμαθαίας και ο Νικόδημος ο κρυφός μαθητής, που τόλμησαν και έδειξαν την αγάπη τους και την φροντίδα τους για την ταφή Εκείνου του Ξένου, «που δεν είχε πού την κεφαλήν κλίναι», έτσι και οι σύγχρονοι λειτουργοί κηδειών πρέπει να προσεγγίζουν, ως να περιποιούνται τον Χριστό και Θεό μας. Γιατί σύμφωνα με την Ορθόδοξη Εκκλησία μας, «Συνάντησες και είδες άνθρωπον; Τον Κύριον και Θεόν σου συνάντησες και είδες». Πόσο μάλλον όταν τον περιποιείσαι και τον φροντίζεις!

Translate »