ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ
Τέθηκαν υπόψιν μας τα ερωτήματα για το ποιοι ορίζονται ως συγγενείς Α´ βαθμού και εάν χρειάζεται να είναι ασφαλισμένοι στο ΙΚΑ, εφόσον εργάζονται στην επιχείρηση συγγενικού τους προσώπου καθώς και εάν επιτρέπεται σε συνταξιούχους συγγενείς Α´ βαθμού να οδηγούν επαγγελματικά αυτοκίνητα ή να απασχολούνται στις επιχειρήσεις αυτών.
Προς απάντησιν επί του συνθέτου αυτού ερωτήματος θέτω, όσο πιο περιληπτικά γίνεται, υπόψιν σας τα ακόλουθα:

1.- Α΄ & Β΄ ΒΑΘΜΟΙ ΣΥΓΓΕΝΕΙΑΣ:
Ως συγγενείς εξ αίματος σε ευθεία γραμμή ορίζονται μεταξύ τους τα πρόσωπα, εάν το ένα κατάγεται από το άλλο (συγγένεια μεταξύ ανιόντων και κατιόντων, άρθρ. 1463 Α.Κ. – Π.Δ. 456/1984)
Συγγενείς εξ αίματος σε πλάγια γραμμή είναι τα πρόσωπα που χωρίς να είναι συγγενείς σε ευθεία γραμμή, κατάγονται από τον ίδιο ανιόντα.
Συγγένεια εξ αγχιστείας προκύπτει ύστερα από γάμο. Οι συγγενείς εξ αγχιστείας του ενός από τους συζύγους είναι συγγενείς εξ αγχιστείας του άλλου στην ίδια γραμμή και στον ίδιο βαθμό. Η συγγένεια εξ αγχιστείας εξακολουθεί να υπάρχει και μετά την λύση ή την ακύρωση του γάμου, από τον οποίο δημιουργήθηκε (άρθρ. 1464 Α.Κ. – Π.Δ. 456/1984).

Τέλος, ο βαθμός της συγγένειας ορίζεται από τον αριθμό των γεννήσεων που συνδέουν τα πρόσωπα.
Οι βαθμοί συγγένειας δείχνουν πόσες γεννήσεις μεσολαβούν ανάμεσα σε δύο άτομα.
Έτσι, ένα άτομο έχει τους παρακάτω βαθμούς συγγένειας, με τους αντίστοιχους συγγενείς του.
Α’ βαθμού: – (κατιόντες – ανιόντες) γονείς, παιδιά
(εξ αγχιστείας) ο σύζυγος, η σύζυγος, πεθερός, πεθερά
Β’ βαθμού: – (κατιόντες – ανιόντες) παππούδες, γιαγιάδες, εγγόνια
– (εξ αγχιστείας) γαμπρός, νύφη, κουνιάδος, κουνιάδα
(γυναικάδελφοι)
– (εκ πλαγίου) αδέρφια

2.- ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗ ΣΥΓΓΕΝΙΚΩΝ ΠΡΟΣΩΠΩΝ ΣΕ ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ:
Κάθε εργοδότης έχει την υποχρέωση να καταθέτει πίνακα προσωπικού και ωρών εργασίας στον οποίο δηλώνει υποχρεωτικά όλους τους εργαζόμενους που απασχολεί με σχέση εξαρτημένης εργασίας(άρθρο 16, Ν.2874/2000).
Σύμφωνα με το άρθρο 1 της υπ.αριθμ.28153/126/30-08-2013 Απόφασης του Υπουργού Εργασίας Κοινωνικής Ασφάλισης όπως ορίζουν οι υποπαράγραφοι ΙΑ 10, 11,12, 13 και 14 του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012 κάθε εργοδότης που απασχολεί εργαζόμενο με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου υποχρεούται να υποβάλλει ηλεκτρονικά στο ηλεκτρονικό σύστημα με την ονομασία «ΕΡΓΑΝΗ» πίνακα προσωπικού με τα προβλεπόμενα στοιχεία όπως ορίζουν οι διατάξεις του άρθρου 16 του Ν. 2874/2000.
Από 15/09/2013 σύμφωνα με την Υ.Α 27397/122/19-08-2013, που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 24 του Ν. 3996/2011, τα όργανα του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας (Σ.ΕΠ.Ε.) για κάθε αδήλωτο εργαζόμενο, που δεν αναγράφεται σε ισχύοντα πίνακα προσωπικού, επιβάλλουν κατά δέσμια αρμοδιότητα πολύ υψηλά πρόστιμα. Έχουν δημιουργηθεί ερωτήματα σχετικά με το αν η παροχή εργασίας από συζύγους, τέκνα και συγγενείς του εργοδότη, υπάγεται στην ως άνω υποχρέωση, της δήλωσης αυτών σε πίνακα προσωπικού.

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 651 – 653 του Α.Κ συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υφίσταται όταν ο εργαζόμενος υποβάλλεται έναντι του εργοδότη του σε νομική εξάρτηση, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του εργοδότη να ασκεί έλεγχο και εποπτεία ως προς τον τρόπο, τον χρόνο και τον τόπο παροχής της εργασίας και της εν γένει επιμελώς εκτελέσεως αυτής, παρέχοντας τις αναγκαίες εντολές και οδηγίες για την εκτέλεση της συγκεκριμένης εργασίας οι οποίες είναι δεσμευτικές για τον εργαζόμενο, ο οποίος υποχρεούται να συμμορφώνεται προς αυτές.

Σχετικά με το ζήτημα για το αν η παροχή εργασίας από συζύγους, τέκνα και συγγενείς υφίσταται χωρίς νομική εξάρτηση, είναι γεγονός ότι δεν υπάρχει κάποιος θετικός κανόνας δικαίου στη χώρα μας που να ορίζει σε ποιες περιπτώσεις και υπό ποιες προϋποθέσεις οι διατάξεις του Α.Κ περί της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας εφαρμόζονται και στις περιπτώσεις όπου παρέχεται εργασία από τα ανωτέρω πρόσωπα.

Για τον λόγο αυτό οι αποφάσεις της νομολογίας που έχουν κρίνει σχετικά, αποβαίνουν εξαιρετικά κρίσιμες, καθώς υποκαθιστούν σε μεγάλο βαθμό την ελλείπουσα πρόβλεψη του νομοθέτη ως προς τα ζητήματα αυτά.
Τόσο η θεωρία, όσο και η δικαστηριακή νομολογία, δέχονται ότι καταρχήν τα μέλη της οικογένειας {σύζυγοι, παιδιά, αδελφοί, αδελφές} του εργοδότη {ως προσώπου – κυρίως σε ατομική επιχ/ση), εφόσον συμβιούν με αυτόν και διατρέφονται από αυτόν (σχετ. και το άρθρο 2 του Β.Δ 748/66}, εάν συμβαίνει να απασχολούνται στην επιχείρηση του, θεωρείται ότι δεν υπάρχει το στοιχείο της παροχής εργασίας έναντι αμοιβής, λόγω του στενού οικογενειακού δεσμού που συνδέει αυτά. Δεδομένου, άλλωστε, ότι στις περιπτώσεις αυτές η εργασία παρέχεται συνήθως από ηθική και οικογενειακή υποχρέωση, για την αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας {άρθρα 1386-1390 Α.Κ, 1508 Α.Κ} δηλαδή ο συγγενικός δεσμός με τον φερόμενο ως εργοδότη τους, υπερτερεί της εργασιακής σχέσης.

Ωστόσο, είναι δυνατόν μέλη της οικογένειας του εργοδότη-συγγενείς να θεωρηθεί ότι παρέχουν εξαρτημένη εργασία.

Συγκεκριμένα, όταν διαπιστώνεται ότι απασχολούνται κατά κύριο επάγγελμα ως μισθωτοί, από συγκεκριμένα στοιχεία ή βιβλία της επιχ/σης προκύπτει καταβολή μισθού για την εργασία τους, ιδιαίτερα δε όταν αποτελούν αυτοτελή οικογένεια η οποία δεν συστεγάζεται με αυτόν.
Επίσης, στοιχεία επιβοηθητικά για την κρίση αποτελούν η ηλικία, η κατάσταση της υγείας, η κοινωνική θέση του απασχολούμενου, οι πρόσοδοι του κ.λ.π.
Επίσης, αποτελεί αντικείμενο έρευνας εάν ο απασχολούμενος συγγενής αντιπροσωπεύει χρήσιμη εργατική δύναμη στην επιχείρηση και αν ο εργοδότης έχει πραγματική ανάγκη από τις υπηρεσίες του, καθώς και αν εκτελεί την εργασία του κανονικά ή όταν αρέσκεται κ.λ.π.
Έτσι, αν μέλη οικογένειας – συγγενείς προσφέρουν εργασία προς αντικατάσταση για παράδειγμα εργαζομένων, όπως λ.χ. οδηγούν νεκροφόρες ή βοηθητικά οχήματα της επιχείρησης ή συμμετέχουν στην μεταφορά νεκρού, κ.α., τότε εμφανώς παρέχουν εξαρτημένη εργασία.
Επίσης, όταν παρέχουν εργασία που απαιτεί ιδιαίτερες δεξιότητες και ικανότητες, η οποία είναι καθοριστική για την παραγωγική λειτουργία της επιχείρησης, δύναται να θεωρηθεί ότι η παρεχόμενη εργασία προέχει του οικογενειακού ή συγγενικού δεσμού.

Ωστόσο, όλα τα παραπάνω αποτελούν αντικείμενο έρευνας του Επιθεωρητή Εργασίας κατά τον επιτόπιο έλεγχο που πραγματοποιεί για την διαπίστωση της αδήλωτης εργασίας και την επιβολή των σχετικών κυρώσεων κατά δέσμια αρμοδιότητα.
Το όργανο του ΣΕΠΕ, σύμφωνα με το άρθρο 2 του ν.3996/2011 και το άρθρο 12 της 81 Δ.Σ.Ε προβαίνει σε κάθε είδους έλεγχο, εξέταση ή έρευνα αναφορικά με τη διαπίστωση της τήρησης και εφαρμογής των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας και στην συγκεκριμένη περίπτωση την διαπίστωση της αδήλωτης εργασίας και της επιβολής κυρώσεων κατά δέσμια αρμοδιότητα.

3.- ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ ΣΥΝΤΑΞΙΟΥΧΩΝ ΣΥΓΓΕΝΩΝ:
Με τους Ν. 3863/2010 (Α΄ 115), 3865/2010 (Α΄ 120), 3986/2011 (Α΄ 152), 4024/2011 (Α΄ 226), 4051/2012 (Α΄ 40) και 4093/2012 (Α΄ 222) καθορίζεται πλέον ένα νέο καθεστώς σχετικά με την απασχόληση των συνταξιούχων του ιδιωτικού, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και αυτοί που διατηρούσαν γραφεία κηδειών και έχουν ήδη συνταξιοδοτηθεί και του δημόσιου τομέα.
Η σειρά των αλλαγών που προκαλούν τα ανωτέρω νομοθετήματα οδηγεί στην ανάγκη επίδειξης ιδιαίτερης προσοχής από πλευράς των συνταξιούχων που επιθυμούν να εργασθούν, καθώς θα έρθουν αντιμέτωποι με σημαντικές περικοπές στις συντάξεις τους και σε κάποιες περιπτώσεις με διακοπή της καταβολής της συγκεκριμένης παροχής. Επιπροσθέτως η παράλειψη δήλωσης της απασχόλησής τους στους αρμόδιους φορείς δύναται να επιφέρει σοβαρές συνέπειες. Το νέο πλαίσιο απασχόλησης των συνταξιούχων το οποίο οδηγεί εύλογα στο ερώτημα συνταξιοδότηση ή απασχόληση διαμορφώνεται ως εξής:

Αναφορικά με τους συνταξιούχους του ιδιωτικού τομέα:
Οι ρυθμίσεις του άρθρου 16 Ν. 3863/2010 και του άρθρου 42 Ν. 3996/2011 με τις οποίες τροποποιείται το άρθρο 63 του Ν. 2676/1999 ισχύουν για όσους συνταξιούχους αναλάβουν εργασία ή αυτοαπασχολούνται μετά τη δημοσίευση του συγκεκριμένου νόμου, δηλαδή από 15/7/2010 και έχουν ειδικότερα ως ακολούθως:

Οι συνταξιούχοι λόγω γήρατος φορέων κύριας ασφάλισης που αποδειχθεί, κατά τα ανωτέρω λεχθέντα, ότι αναλαμβάνουν εργασία ως μισθωτοί με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, υπόκεινται στους εξής περιορισμούς:
α) Για όσους δεν έχουν συμπληρώσει το 55ο έτος της ηλικίας τους αναστέλλεται η καταβολή της σύνταξης ή των συντάξεων, κύριων και επικουρικών.
β) Μετά τη συμπλήρωση του 55ου έτους, το ποσό της ακαθάριστης κύριας σύνταξης ή του αθροίσματος των ακαθάριστων κύριων συντάξεων, που υπερβαίνει τα τριάντα ημερομίσθια ανειδίκευτου εργάτη, όπως αυτά διαμορφώνονται κάθε φορά και ισχύουν την 31η Δεκεμβρίου του προηγούμενου έτους, καταβάλλεται μειωμένο κατά εβδομήντα τοις εκατό (70%). Η επικουρική σύνταξη καταβάλλεται χωρίς περικοπή.
Για κάθε τέκνο που είναι ανήλικο ή σπουδάζει σε ανώτερες ή ανώτατες σχολές και έως τη συμπλήρωση του 24ου έτους ή είναι ανίκανο για κάθε βιοποριστική εργασία, ο αριθμός των ανωτέρω ημερομισθίων προσαυξάνεται κατά έξι ημερομίσθια ανειδίκευτου εργάτη, όπως αυτά διαμορφώνονται κάθε φορά.
Σε περίπτωση συρροής συντάξεων, η μείωση γίνεται στο ποσό της μεγαλύτερης κύριας σύνταξης και εφόσον αυτό δεν επαρκεί, το υπόλοιπο ποσό περικόπτεται από την αμέσως επόμενη ή επόμενες σε ύψος κύριες συντάξεις.

Για τους δικαιούχους κατωτάτων ορίων συντάξεων, η σύνταξή τους περιορίζεται στο οργανικό ποσό, όπως αυτό προκύπτει από τα ασφαλιστικά δεδομένα. Εάν το οργανικό ή τα οργανικά ποσά υπερβαίνουν τα προαναφερόμενα κατά περίπτωση ημερομίσθια ανειδίκευτου εργάτη, τότε τα ποσά αυτά περικόπτονται ως ανωτέρω. Tα ανωτέρω έχουν εφαρμογή και στα πρόσωπα της παραγράφου 2 του άρθρου 2 του Ν. 3833/2010 δηλαδή στα αιρετά όργανα Ο.Τ.Α., διοικητές , υποδιοικητές, προέδρους, αντιπροέδρους και μέλη ανεξάρτητων διοικητικών αρχών, προέδρους, αντιπροέδρους και μέλη διοικητικών συμβουλίων, στα πρόσωπα τα επιλεγόμενα για το αξίωμα του «συμπαραστάτη του δημότη και της επιχείρησης» βάσει αρθρ. 77 Ν. 3852/2010 κλπ.

Για τον απασχολούμενο συνταξιούχο καταβάλλονται οι προβλεπόμενες από τις οικείες διατάξεις για τους λοιπούς ασφαλισμένους εισφορές εργοδότη και ασφαλισμένου, οι οποίες βαρύνουν τον εργοδότη και τον ασφαλισμένο αντίστοιχα.
Οι συνταξιούχοι λόγω γήρατος φορέων κύριας ασφάλισης που αναλαμβάνουν δραστηριότητα υπακτέα στην ασφάλιση του Οργανισμού Ασφάλισης Ελευθέρων Επαγγελματιών (Ο.Α.Ε.Ε.) και του Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολούμενων (Ε.Τ.Α.Α.), υπόκεινται στους εξής περιορισμούς:
α) Για όσους δεν έχουν συμπληρώσει το 55ο έτος της ηλικίας τους αναστέλλεται η καταβολή της σύνταξης ή των συντάξεων, κύριων και επικουρικών, υποχρεούνται δε στην καταβολή των προβλεπόμενων εισφορών.
β) Μετά τη συμπλήρωση του 55ου έτους της ηλικίας, υποχρεούνται να καταβάλουν τις προβλεπόμενες από τις οικείες διατάξεις εισφορές προσαυξημένες κατά πενήντα τοις εκατό (50%). Σε περίπτωση που το ποσό της κύριας ή των κύριων συντάξεων υπερβαίνει τα εξήντα (60) ημερομίσθια ανειδίκευτου εργάτη, όπως διαμορφώνονται κάθε φορά και ισχύουν την 31η Δεκεμβρίου του προηγούμενου έτους, το ποσό που υπερβαίνει το ανωτέρω όριο περικόπτεται. Η επικουρική σύνταξη δεν συνυπολογίζεται για τον ανωτέρω περιορισμό και καταβάλλεται κανονικά.

Για τους ανωτέρω συνταξιούχους, οι οποίοι υπάγονται στην ασφάλιση του Ε.Τ.Α.Α., καταβάλλονται οι προβλεπόμενες για τους από 1.1.1993 ασφαλισμένους εισφορές, εργοδότη και ασφαλισμένου.
Από την καταβολή προσαυξημένων ασφαλιστικών εισφορών εξαιρούνται οι ανωτέρω συνταξιούχοι, οι οποίοι λόγω απασχόλησης υπάγονταν σε περισσότερους του ενός ασφαλιστικούς φορείς και οι οποίοι μετά τη συνταξιοδότησή τους από έναν εκ των ανωτέρω φορέων, συνεχίζουν για την ίδια απασχόληση υποχρεωτικά την ασφάλισή τους στον οικείο Τομέα ασφάλισης.

Δυνατότητα αξιοποίησης του χρόνου ασφάλισης των συνταξιούχων απασχολούμενων:
Ο συνταξιούχος που αναλαμβάνει εργασία ή αυτοαπασχολείται μπορεί να χρησιμοποιήσει το χρόνο ασφάλισης κατά το διάστημα της αναστολής, ή περικοπής της σύνταξης, ή της καταβολής προσαυξημένων ή μη ασφαλιστικών εισφορών, για την προσαύξηση της σύνταξης από τον φορέα που συνταξιοδοτείται, ή για τη θεμελίωση νέου συνταξιοδοτικού δικαιώματος από άλλο φορέα, σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις περί διπλοσυνταξιούχων. Σε περίπτωση αξιοποίησης του χρόνου στον φορέα από τον οποίο συνταξιοδοτείται, ο υπολογισμός για την προσαύξηση της ήδη καταβαλλόμενης σύνταξης γίνεται με ποσοστό 1,714% επί των συντάξιμων αποδοχών, οι οποίες δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερες του 25πλάσιου του ημερομισθίου του ανειδίκευτου εργάτη, ή επί των ασφαλιστικών κατηγοριών, για κάθε έτος συντάξιμης υπηρεσίας ή 300 ημέρες εργασίας.
Συνταξιούχοι Αναπηρίας:
Οι συνταξιούχοι αναπηρίας φορέων κύριας ασφάλισης, εάν αναλάβουν εργασία ή αυτοαπασχολούνται, και κερδίζουν, ανάλογα με το βαθμό της αναπηρίας τους, περισσότερα από όσα κερδίζει υγιής απασχολούμενος, σύμφωνα με τους γενικούς όρους αμοιβής, διακόπτεται η σύνταξή τους ή οι συντάξεις τους, κύριες και επικουρικές.
Δήλωση απασχόλησης:
Ιδιαίτερα προσεκτικοί θα πρέπει να είναι οι συνταξιούχοι που επιθυμούν να αναλάβουν εργασία καθώς η παράλειψη υποβολής της σχετικής δήλωσης επιφέρει σοβαρές συνέπειες. Ειδικότερα, οι συνταξιούχοι υποχρεούνται, ΠΡΙΝ αναλάβουν εργασία ή αυτοαπασχοληθούν, να δηλώσουν τούτο στον φορέα ή στους φορείς από τους οποίους συνταξιοδοτούνται για κύρια σύνταξη.
Στους φορείς επικουρικής ασφάλισης υποβάλλεται σχετική δήλωση από τους συνταξιούχους αναπηρίας, καθώς και από τους συνταξιούχους γήρατος, εφόσον οι τελευταίοι δεν έχουν συμπληρώσει το 55ο έτος της ηλικίας. Παράλειψη της δηλώσεως συνεπάγεται καταλογισμό σε βάρος του συνταξιούχου του ποσού των συντάξεων που έλαβε κατά το χρονικό διάστημα της εργασίας του ή κατά το διάστημα που αυτοαπασχολείτο, και πρόστιμο επί του καταλογισθέντος ποσού ίσο με το νόμιμο τόκο υπερημερίας. Το καταλογιζόμενο αυτό ποσό δεν μπορεί να είναι μικρότερο από δύο (2) μηνιαίες συντάξεις ακόμη και αν το διάστημα εργασίας ή απασχόλησης είναι μικρότερο.

Σε ποιούς δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις περί απασχόλησης συνταξιούχων:
Από το περιγραφόμενο καθεστώς σχετικά με την απασχόληση των συνταξιούχων εξαιρούνται οι ακόλουθες κατηγορίες:
1. Ο επιζών των συζύγων
2. Οι συνταξιούχοι του ΟΓΑ
3. Οι πολύτεκνοι, των οποίων το ένα τουλάχιστον των τέκνων είναι ανήλικο ή σπουδάζει σε ανώτερες ή ανώτατες σχολές και έως τη συμπλήρωση του 24ου έτους της ηλικίας του ή είναι ανίκανο για κάθε βιοποριστική εργασία
4. Τα πρόσωπα, για τα οποία ισχύουν οι διατάξεις των Καν. (ΕΟΚ) 1408/71 και 574/72, περί διακινούμενων ασφαλισμένων εντός της Ευρωπαϊκής Ενωσης καθώς και των διμερών συμβάσεων κοινωνικής ασφάλειας
5. Τα πρόσωπα που συνταξιοδοτήθηκαν με το ν. 3185/2003 (ιπτάμενοι χειριστές καθώς και ιπτάμενοι συνοδοί και φροντιστές της Ολυμπιακής Αεροπορίας και Ολυμπιακής Αεροπλοΐας) και μέχρι τη συμπλήρωση του 55ου έτους της ηλικίας τους
6. Οι συνταξιούχοι του Ναυτικού Απομαχικού Ταμείου που παρέχουν εκπαιδευτικό έργο στη Δημόσια Εκπαίδευση, μέχρι τις 31.12.2016.

Ποιούς καταλαμβάνουν χρονικά οι νέες ρυθμίσεις:
Αλλαγή στην ημερομηνία έναρξης ισχύος των διατάξεων που αναφέρθηκαν παραπάνω επιφέρει o N. 4147/2013 διαμορφώνοντας πλέον το πεδίο των υπαγομένων στις νέες ρυθμίσεις ως ακολούθως:
Οι ρυθμίσεις που περιγράφηκαν ανωτέρω ισχύουν για όσους συνταξιούχους ανέλαβαν εργασία ή αυτοαπασχολούνται από τη δημοσίευση του Ν. 3863/2010 και εφεξής ήτοι από τις 15/07/2010.
Για τους συνταξιούχους, οι οποίοι κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος των ανωτέρω διατάξεων (15-7-2010) είχαν ήδη αναλάβει εργασία ή αυτοαπασχολούνταν και δεν καταλαμβάνονταν από τις ρυθμίσεις του άρθρου 63 του Ν. 2676/1999, όπως ίσχυε μέχρι 14-7-2010, οι ρυθμίσεις των διατάξεων της παρ. 2 του άρθρου 16 του Ν. 3863/2010, όπως αναφέρονται, θα εφαρμόζονται από 1-1-2014 και όχι από 1.1.2013, όπως προέβλεπόταν αρχικά με τη διάταξη του άρθρου 16 του Ν. 3863/2010.
Οι συνταξιούχοι, οι οποίοι κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος των διατάξεων του άρθρου 16 του Ν. 3863/2010 (15-7-2010) είχαν ήδη αναλάβει εργασία ή αυτοαπασχολούνταν και καταλαμβάνονταν από τις ρυθμίσεις του άρθρου 63 του Ν. 2676/1999, όπως ίσχυε μέχρι 14-7-2010, εξακολουθούν να εμπίπτουν στις ρυθμίσεις του νόμου αυτού μέχρι 31-12-2013.
Σε κάθε περίπτωση οι ρυθμίσεις των διατάξεων του άρθρου 16 του Ν. 3863/2010, έχουν γενική εφαρμογή από 1-1-2014 και εξής καταργουμένης κάθε άλλης αντίθετης διάταξης, πλην εκείνων της παρ. 14 του άρθρου 8 του Ν. 2592/98 που εξακολουθούν να καταλαμβάνουν τους συνταξιούχους που εργάστηκαν στο Δημόσιο ή στον ευρύτερο δημόσιο τομέα και εξακολουθούν εργαζόμενοι με οποιαδήποτε σχέση εργασίας ή αμοιβής σε θέσεις του Δημοσίου ή του ευρύτερου δημόσιου τομέα.

Αναφορικά με τους συνταξιούχους του δημόσιου τομέα:
Σύμφωνα με το άρθρο 10 του Ν. 3865/2010 οι διατάξεις για την απασχόληση των συνταξιούχων του ιδιωτικού τομέα έχουν ανάλογη εφαρμογή και για τους συνταξιούχους του Δημοσίου που εργάζονται εκτός του ευρύτερου δημόσιου τομέα ή αυτοαπασχολούνται. Ομοίως έχουν ανάλογη εφαρμογή και για τους συνταξιούχους στρατιωτικούς.
Ειδικότερα για τους συνταξιούχους του δημόσιου τομέα, που εργάζονται ως μισθωτοί ή αυτοαπασχολούνται, προβλέπεται η αναστολή καταβολής της σύνταξης μέχρι τη συμπλήρωση του 55ου έτους της ηλικίας τους, ενώ για τους στρατιωτικούς συνταξιούχους η αναστολή καταβολής της σύνταξης ισχύει μέχρι τη συμπλήρωση του 53ου έτους.

Δήλωση απασχόλησης:
Οι συνταξιούχοι υποχρεούνται, πριν αναλάβουν εργασία ή αυτοαπασχοληθούν, να δηλώσουν τούτο στην Υπηρεσία Συντάξεων του Γ.Λ.Κ.. Παράλειψη της δηλώσεως συνεπάγεται καταλογισμό σε βάρος του συνταξιούχου του ποσού των συντάξεων που έλαβε κατά το χρονικό διάστημα της εργασίας του ή κατά το διάστημα που αυτοαπασχολείτο, και πρόστιμο επί του καταλογισθέντος ποσού ίσο με το νόμιμο τόκο υπερημερίας.

4.- ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΙΚΑ:
i) Εάν διαπιστωθεί από έλεγχο του ΣΕΠΕ ότι συνταξιούχος εμπλέκεται με τρόπο καθοριστικό στην λειτουργία ενός γραφείου κηδειών, όπως λ.χ. το να οδηγεί νεκροφόρα ή άλλο βοηθητικό όχημα της επιχείρησης ή να μεταφέρει φέρετρο, κ.α., τότε είναι ορατός ο κίνδυνος να θεωρηθεί ότι παρέχει εξαρτημένη εργασία και να επιβληθεί στην επιχείρηση χρηματική κύρωση *10.549* ευρώ.
ii) Παράλληλα, όμως, από το ΙΚΑ θα επιβληθεί σε βάρος της επιχείρησης, αλλά και του συνταξιούχου, η αξία των εισφορών της παρασχεθείσης εργασίας, όπως θα συνέβαινε και με οποιοδήποτε άλλο εργαζόμενο, του οποίου δεν είχε δηλωθεί η απασχόληση.
iii) Από την άλλη, η Πράξη Επιβολής Εισφορών, που πρόκειται να εκδώσει το ΙΚΑ, θα έχει άμεσο αντίκτυπο και στην καταβαλλόμενη σύνταξη στον συνταξιούχο, αφού ανά περίπτωση μπορεί να διακοπεί η καταβολή της ή να υποστεί δραματική μείωσή της.
iv) Τέλος, ορατός θα είναι ο κίνδυνος και για τον καταλογισμό σε βάρος του συνταξιούχου του ποσού των συντάξεων που έλαβε κατά το χρονικό διάστημα της εργασίας του ή κατά το διάστημα που αυτοαπασχολείτο, και πρόστιμο επί του καταλογισθέντος ποσού ίσο με το νόμιμο τόκο υπερημερίας.-

Ο ΝΟΜΙΚΟΣ ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ

Translate »