Μετά από σχεδόν δύο χρόνια ενδελεχούς έρευνας, η Ιωάννα Παρασκευοπούλου, ερευνήτρια, στο πλαίσιο της διπλωματικής της εργασίας δημοσίευσε το βιβλίο με τίτλο «Το Α’ Νεκροταφείο της Αθήνας – Ιστορικά Οράματα 1834 – 2013».

Μέσα από το βιβλίου της ξεδιπλώνει όλη την ιστορία αλλά και τη μυστηριακή ατμόσφαιρα του Α’ Νεκροταφείου της Αθήνας. Όπως επισημαίνει κατά τη διάρκεια της έρευνας έφυγε από τη ζωή ο πατέρας της – η μελέτη είναι αφιερωμένη σε εκείνον – και το γεγονός ότι συμμετείχε σε όλες τις αθέατες διεργασίες, την βοήθησαν να βιώσει διαφορετικά την απώλεια.

Θεωρεί πως τα νεκροταφεία είναι χώροι πολιτισμού με την ευρεία έννοια και διαφωνεί με οποιαδήποτε μουσειακή προοπτική των νεκροταφείων, η οποία αποτυγχάνει να κατανοήσει εις βάθος την προσφορά και τα δώρα της νεκρόπολης προς την πόλη και τον πολιτισμό.
Τέλος αναφέρεται στο Πανευρωπαϊκό Συνέδριο που θα πραγματοποιηθεί τον Οκτώβριο στην Αθήνα στο πλαίσιο των εκδηλώσεων της Association of Significant Cemeteries of Europe A.S.C.E. κι αναμένεται να προσελκύσει μεγάλο ενδιαφέρον

Πως αποφασίσατε να ασχοληθείτε και να γράψετε ένα βιβλίο για το Α’ Νεκροταφείο και πόσο καιρό διήρκησε η έρευνα;
Μελέτησα την ιστορία της οργάνωσης και της διοίκησης του Α’ Νεκροταφείου της Αθήνας στο πλαίσιο της διπλωματικής μου εργασίας για το μεταπτυχιακό Εκπαίδευση και Πολιτισμός, στο Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο. Στο να ασχοληθώ με την ιστορία ενός χώρου ταφής με ενέπνευσε ο καθηγητής ιστορίας Γιώργος Κρητικός. Ο κύριος Κρητικός στα μαθήματά του μας ενθάρρυνε να ασχοληθούμε με τοπία μνήμης και με ιστορικούς χώρους που έχουν μείνει στο περιθώριο των επίσημων ιστορικών αφηγήσεων. Το Α’ Νεκροταφείο της Αθήνας είναι ένας τέτοιος τόπος μνήμης και ιστορίας∙ που εάν και είναι ευρέως γνωστός για τα διάσημα γλυπτά του και τους επιφανείς νεκρούς, ελάχιστα ήταν όσα γνωρίζαμε για την ιστορική του πορεία ως θεσμό του νεοελληνικού κράτους από το 1834 μέχρι και σήμερα. Αυτό το κενό επιχείρησα να διερευνήσω στην μελέτη μου, και αυτό το κενό ήταν ομολογουμένως τεράστιο. Χρειάστηκαν σχεδόν δύο χρόνια επιτόπιας έρευνας και έρευνας στο Αρχείο του Δήμου Αθηναίων, καθώς και η ουσιαστική συμβολή και συνεργασία πολλών ανθρώπων για να κάλυψη του μεγαλύτερου τμήματος αυτού του κενού.

Στην αρχή του βιβλίου σας κάνετε λόγο για έρευνα «φάντασμα». Για ποιόν λόγο χρησιμοποιείτε τη φράση αυτή;
Θεωρώ τον όρο «φάντασμα» επιτυχημένο για την περιγραφή της έρευνας σε ένα νεκροταφείο για τρεις λόγους.

Πρώτον εξαιτίας του βιβλιογραφικού κενού που προανέφερα. Όλη η χώρα έχει ακουστά το Α’ Νεκροταφείο της Αθήνας, ελάχιστα γνωστό ήταν ωστόσο πως αυτό το νεκροταφείο λειτουργεί, πως αυτό το νεκροταφείο υπάρχει εδώ και σχεδόν αιώνες, ποιος είναι εκείνος που το διοικεί. Δεν είναι ο Άδης, ο Χάρος ούτε ο Άγιος Πέτρος που αποφασίζουν που θα ταφεί ο κάθε νεκρός, πόσο θα πληρώσει και τι δέντρα θα έχει για παράδειγμα το νεκροταφείο. Η διοίκηση του νεκροταφείου αποφασίζει για όσα συντελούνται στον χώρο, οφείλεται για όσα βλέπουμε και δεν βλέπουμε στο νεκροταφείο, και η διοίκηση αυτή ήταν αθέατη, στην αφάνεια – το ολοζώντανο φάντασμα του χώρου των νεκρών.

Δεύτερον, ο όρος «φάντασμα» είναι ενδεικτικός της προκατάληψης που διέπει τους χώρους ενταφιασμού. Θυμάμαι όταν έψαχνα για τους νόμους που αφορούν τα νεκροταφεία και επισκεπτόμουν την βιβλιοθήκη του Δικηγορικού Συλλόγου της Αθήνας, με πόσο τρόμο με κοίταζαν όταν τους έλεγα το θέμα της έρευνας. Μια φορά συγκεκριμένα, είχα πάει Παρασκευή και 13 και όταν ζήτησα να δω έναν νόμο για τα νεκροταφεία άρχισαν να φτύνονται και να ψιθυρίζουν για την γρουσουζιά που πήγα σαν το «κοράκι» Παρασκευή και 13! Το φαινόμενο αυτό, να συζητώ με διάφορους ανθρώπους για το νεκροταφείο και να με αντιμετωπίζουν σαν να είμαι ο έξω από ‘δω, συνεχίστηκε καθ’ όλη την διάρκεια της έρευνας. Είναι άρα οι προκαταλήψεις, οι φόβοι των ζωντανών που κατασκευάζουν και συντηρούν τα φαντάσματα που συσκοτίζουν τους χώρους των νεκρών.

Τέλος, χρησιμοποιώ τον όρο «φάντασμα» για να δηλώσω και την δική μου άγνοια, τα δικά μου όρια. Ως ερευνήτρια μελετώ τους χώρους ταφής όπως αυτοί έχουν αντικειμενικά διαμορφωθεί. Μιλάω δηλαδή για όσα βλέπω και για όσα μπορώ να τεκμηριώσω. Δεν βλέπω τον θάνατο, και για να είμαι ακόμη εδώ προφανώς και δεν τον έχω ζήσει. Μελετώ άρα τα υλικά αποτυπώματα του γεγονότος του θανάτου, δεν ερευνώ την μεταφυσική του διάσταση. Ο όρος «φάντασμα» έχει να κάνει επομένως με το ίδιο το υπαρξιακό μυστήριο της ζωής, με όλα όσα δεν μπορούμε να ερμηνεύσουμε στο γεγονός του θανάτου.

Ποια είναι τα συναισθήματα που σας άφησε η έρευνα του μεγαλύτερου και παλαιότερου ίσως νεκροταφείου στην Ελλάδα;
Εξακολουθώ να νιώθω μεγάλο ενθουσιασμό, έκπληξη, σεβασμό και αγάπη για το Α’ Νεκροταφείο της Αθήνας. Κάθε φορά που το επισκέπτομαι παρατηρώ και κάτι καινούριο. Ο ίδιος ο χώρος διαρκώς αλλάζει και αυτό με κάνει να τον ανακαλύπτω εκ νέου, ενώ κάθε φορά σκέφτομαι και κάτι διαφορετικό για το νεκροταφείο. Είναι στα αλήθεια ο μόνος δημόσιος χώρος που κρατάει το μυαλό μου σε διαρκή εγρήγορση και εξελίσσει την συνείδησή μου. Το Α’ Νεκροταφείο είναι για εμένα ένας κατεξοχήν πολιτικός χώρος που με κάνει να συναισθάνομαι τις ευθύνες ως μου άτομο και ως πολίτης. Υπ’ αυτήν την έννοια, ακόμη και η απογοήτευση που νιώθω κατά καιρούς απέναντι στη διοίκηση του εξισορροπείται από την αυτοκριτική μου. Δεν θεωρώ πως το κράτος, ο δήμος, οι θεσμοί οφείλουν να κάνουν κάτι παραπάνω για τους χώρους ταφής. Τα νεκροταφεία μπορεί να ανήκουν στο κράτος και να διοικούνται από τους δήμους, αλλά σε αυτά θάβονταν ανέκαθεν οι δικοί μας νεκροί και άνθρωποι σαν εμάς. Είναι ουσιωδώς δικά μας, συλλογικοί χώροι για τους οποίους εγώ, όλοι εμείς οφείλουμε να φροντίσουμε παραπάνω και καλύτερα. Νομίζω πως το συναίσθημα της ηθικής υποχρέωσης είναι εν τέλει εκείνο που κυριαρχεί και που με κινητοποιεί και ερευνητικά.

Από την έρευνα που κάνατε αλλά και από τα βιώματα που έχετε πόσο θεωρείτε ότι έχει αλλάξει η άποψη που είχατε για το θάνατο;
Θα το θέσω ως εξής: δεν νομίζω πως μέχρι πριν την έρευνα είχα άποψη για τον θάνατο. Είχα βιώσει την απώλεια αγαπημένων μου προσώπων αρκετά τραγικά και φοβικά, και αντιλαμβανόμουν τα νεκροταφεία αποκλειστικά ως χώρους πένθους και απομόνωσης. Το 2013, κατά τη διάρκεια της έρευνας μου για το Α’ Νεκροταφείο πέθανε ο πατέρας μου –η μελέτη είναι αφιερωμένη σε εκείνον. Ανέλαβα προσωπικά την κηδεία του πατέρα μου και συμμετείχα σε όλες τις αθέατες διεργασίες, από το μακιγιάζ μέχρι την κατασκευή του τάφου του. Η συμμετοχή μου σε όλα αυτά με βοήθησε να βιώσω διαφορετικά την απώλεια. Δεν έχω κανένα αίσθημα ενοχής ή το βάρος κάποιας ανεκπλήρωτης υποχρέωσης και αυτό μεταμόρφωσε και το ίδιο το πένθος. Δεν βίωσα το πένθος με αγωνία και φόβο και δεν ένιωσα τον θάνατο ως τιμωρία, όπως είχε συμβεί στο παρελθόν. Το γεγονός ότι μελετούσα ένα νεκροταφείο με είχε ασυνείδητα βοηθήσει να εξοικειωθώ με την απώλεια και να αντιληφθώ τα νεκροταφεία ως χώρους μνήμης και όχι αποκλειστικά ως χώρους θλίψης. Με την σειρά του, το ίδιο το γεγονός του θανάτου του πατέρα μου ενώ μελετούσα το Α’ Νεκροταφείο ενίσχυσε τον σεβασμό μου απέναντι στο αντικείμενο της μελέτης και θεωρώ πως διαμόρφωσε την ανθρωποκεντρική οπτική με την οποία προσεγγίζω τα νεκροταφεία.

«Η νεκρόπολη είναι δώρο για την πόλη και όχι κληρονομιά της πόλης». Θεωρείτε ότι τα νεκροταφεία μπορούν να αποτελέσουν μουσειακούς χώρους ανοιχτούς στο κοινό γιατί μέσα από το σύγγραμμά σας διαφαίνεται μια διχογνωμία προς αυτό το κομμάτι;
Θεωρώ πως τα νεκροταφεία είναι χώροι πολιτισμού με την ευρεία έννοια. Η πολιτιστική τους ταυτότητα περιλαμβάνει από τις κηδείες, τα έθιμα ταφής και την ποιότητα των υπηρεσιών προς τους νεκρούς και τους ζωντανούς, μέχρι και τα καλλιτεχνικά μνημεία και τους τάφους σημαντικών προσώπων. Με άλλα λόγια είναι το σύνολο όλων όσων πραγματοποιούνται στα νεκροταφεία που καθορίζει την πολιτιστική τους αξία. Μέχρι στιγμής τα σχέδια που έχουν κατατεθεί για την μουσειακή αξιοποίηση του Α’ Νεκροταφείου επικεντρώνονται στην ανάδειξη των καλλιτεχνικών μνημείων του και των σημαντικών προσωπικοτήτων που έχουν ενταφιαστεί εκεί, αφήνοντας απ’ έξω δηλαδή την πλειοψηφία των απλών τάφων του Α’ Νεκροταφείου και την συντριπτική πλειοψηφία των άσημων προσώπων που έχουν ενταφιαστεί εκεί.

Μία τέτοια μουσειακή προοπτική είναι καταφανώς επιλεκτική και υποτιμά πολλαπλώς την ευρύτητα του ιδιαίτερου πολιτισμού του χώρου των νεκρών. Τα αιτήματα της πραγματοποίησης αξιοπρεπών ενταφιασμών και της αύξησης του χρόνου παραμονής σε προσωρινούς τάφους ή η λειτουργία κέντρων αποτέφρωσης εντός των νεκροταφείων, που έχουν κατακτηθεί σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, σχετίζονται με τις συλλογικές πεποιθήσεις μας και αφορούν ευθέως τον πολιτισμό μας. Τέτοιου είδους αιτήματα όμως ουδέποτε διατυπώθηκαν σε καμία πρόταση περί πολιτιστικής αξιοποίησης του Α’ Νεκροταφείου, και αυτό γιατί καμία από τις προτάσεις δεν έλαβε υπόψιν τις ανάγκες του νεκροταφείου και τις ανάγκες του κοινού. Ο πολιτισμός των νεκροταφείων γίνεται αισθητός μέσα από τον τρόπο που προσεγγίζονται οι ανάγκες του. Όσο πιο πολιτισμένα προσεγγίζεται η αναγκαιότητα της διαχείρισης των νεκρών, τόσο πιο ωραία είναι και τα νεκροταφεία. Διαφωνώ επομένως με οποιαδήποτε μουσειακή προοπτική των νεκροταφείων, η οποία αποτυγχάνει να κατανοήσει εις βάθος την προσφορά και τα δώρα της νεκρόπολης προς την πόλη και τον πολιτισμό.

Θεωρείτε μέσα από την έρευνα που κάνατε ότι η ανάγκη για προσέλκυση εσόδων από τους Δήμους συνετέλεσαν στην εικόνα που έχει σήμερα το Α’ Νεκροταφείο αλλά και άλλα νεκροταφεία πανελλαδικά;
Η διαπίστωση αυτή ισχύει μέχρι ενός σημείου. Μέχρι του σημείου που αρχίζει η ιδιωτική πρωτοβουλία. Σαφώς και τα έσοδα από τα δημοτικά νεκροταφεία πάνε στο δημόσιο ταμείο και δεν παραμένουν στην υπηρεσία, με αποτέλεσμα όσο πλούσιο εισοδηματικά και εάν είναι το νεκροταφείο -που είναι πολύ πλούσιο- να είναι πάντα αποθεματικά φτωχό, και να εξαρτάται έτσι απολύτως από την εκάστοτε πολιτική αρχή για την πραγματοποίηση ή όχι έργων υποδομής. Στην εικόνα όμως των νεκροταφείων δεν κυριαρχεί μονομερώς το έργο ή η αδιαφορία των δήμων. Η εικόνα αυτή συνδιαμορφώνεται από τους ιδιώτες – από τους τάφους που τοποθετούν στα νεκροταφεία και από την παρουσία τους στον χώρο. Είναι οι ιδιώτες που φροντίζουν για την αισθητική των μνημείων που εγείρουν και για την συντήρησή τους, ενώ είναι οι ίδιοι οι χρήστες του χώρου που έχουν το δικαίωμα να αιτηθούν για αλλαγές. Ο δήμος μπορεί επομένως να ρυθμίζει την γενική εικόνα των νεκροταφείων (περιτείχιση, δενδροφύτευση, δρόμοι, καθαριότητα, φύλαξη), την συγκεκριμένη όμως εικόνα και τον χαρακτήρα των χώρων την καθορίζουν οι πολίτες με τις επιλογές και τις στάσεις τους.

Τον Οκτώβρη θα πραγματοποιηθεί στην Αθήνα πανευρωπαϊκό συνέδριο για τα κοιμητήρια στο πλαίσιο των εκδηλώσεων της Association of Significant Cemeteries of Europe A.S.C.E. Πείτε μας δύο λόγια για το συνέδριο αυτό. Το θέμα του συνεδρίου, ποιοι θα συμμετέχουν και ποιος ο στόχος;
Το συνέδριο αυτό πραγματοποιείται κατόπιν της πρωτοβουλίας της Ευαγγελίας Γεωργιτσογιάννη, αντιπρύτανη του Χαροκόπειου Πανεπιστημίου και καθηγήτρια Ιστορίας της Τέχνης. Η ίδια έχει ασχοληθεί με την ιστορία διάφορων νεκροταφείων στην Ελλάδα και στη Ρουμανία και είναι μέλος και εκπρόσωπος του Πανεπιστήμιου στην A.S.C.E. Φέτος είναι η πρώτη χρονιά που το συνέδριο του πανευρωπαϊκού αυτού οργανισμού ανάδειξης των κοιμητηρίων θα φιλοξενηθεί στην Ελλάδα και θα διεξαχθεί από ανεξάρτητο οργανισμό, από πανεπιστημιακό ίδρυμα, και όχι από την διοίκηση κάποιου νεκροταφείου όπως συνέβαινε σε όλες τις προηγούμενες διοργανώσεις. Στα συνέδρια της A.S.C.E. συμμετέχουν εκπρόσωποι όλων των σημαντικών νεκροταφείων της Ευρώπης, εκπρόσωποι διαφόρων συναφών οργανισμών, επιστήμονες και ερευνητές, καλλιτέχνες, καθώς και άτομα με προσωπικό ενδιαφέρον για τα νεκροταφεία. Στο φετινό συνέδριο πρόκειται να εκπροσωπηθούν και διάφοροι δήμοι και πολιτιστικοί φορείς της Ελλάδας.

Το θέμα του συνέδριου είναι διαφορετικό κάθε χρόνο και στο συνέδριο συμμετέχουν με ομιλίες και παρουσιάσεις τα μέλη του οργανισμού. Το θέμα του φετινού συνεδρίου κινείται γύρω από τρεις άξονες: την επιρροή της αρχαιοελληνικής τέχνης στον ευρωπαϊκή ταφική τέχνη, τους συμβολισμούς και τις αλληγορίες των ταφικών μνημείων, και τέλος την σχέση της κοινωνίας με τα νεκροταφεία. Το θέμα που πρόκειται να παρουσιάσω στο συνέδριο αναφέρεται στην πολιτιστική κληρονομιά των εν λειτουργία νεκροταφείων και στη σχέση τους με το ευρύ κοινό.

Στόχος της A.S.C.E είναι η ανάδειξη του πολιτισμού των ευρωπαϊκών κοιμητηρίων. Η αρχαιοελληνική τέχνη επηρέασε ουσιαστικά τον σύγχρονο ευρωπαϊκό πολιτισμό και διαμόρφωσε την αισθητική των νεοκλασικών κοιμητηρίων. Ένας από τους στόχους του συνεδρίου θεωρώ πως είναι να αναδείξει αυτή την καταγωγή. Ένας δεύτερος, και ίσως πιο σημαντικός, στόχος του φετινού συνεδρίου είναι να θίξει την σχέση του κοινού με τα κοιμητήρια. Αυτό για την Ελλάδα ειδικά, οπού το κοινό των νεκροταφείων δεν είναι διαμορφωμένο, δύναται να έχει πολλαπλές ωφέλιμες συνέπειες. Αφενός, το κοινό θα έχει την ευκαιρία να κατανοήσει την αισθητική των νεκροταφείων και να αντιληφθεί τους χώρους ταφής ως χώρους πολιτισμού∙ και αφετέρου, ως συνέπεια των παραπάνω, οι δήμοι και οι πολιτιστικοί φορείς της χώρας θα έχουν την ευκαιρία να αξιοποιήσουν περαιτέρω αυτό το ενδιαφέρον. Το φετινό συνέδριο αποτελεί επομένως ιστορικής σημασίας ευκαιρία για τα ελληνικά κοιμητήρια και για όλους τους ενδιαφερόμενους.

Βιογραφικό
Η Ιωάννα Παρασκευοπούλου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1984. Σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες και Δημόσια Διοίκηση στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, από όπου έλαβε και μεταπτυχιακό δίπλωμα ειδίκευσης στην Πολιτική Επιστήμη και Κοινωνιολογία. Συνέχισε τις μεταπτυχιακές της σπουδές στην Εκπαίδευση και τον Πολιτισμό στο Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο, όπου ασχολήθηκε με την ιστορία του Α’ Νεκροταφείου της Αθήνας, και στην Δημόσια Ιστορία στο Πανεπιστήμιο του Γιορκ, όπου μελέτησε την σύγχρονη διοίκηση τεσσάρων ιστορικών νεκροταφείων της Αγγλίας. Αυτό το διάστημα τα ερευνητικά της ενδιαφέροντα επικεντρώνονται στην πολιτιστική σημασία των ευρωπαϊκών νεκροταφείων και στην σχέση τους με το ευρύ κοινό.
Το βιβλίο της Ιωάννας Παρασκευοπούλου «Το Α’ Νεκροταφείο της Αθήνας – Ιστορικά Οράματα 1834 – 2013» είναι από τις εκδόσεις ΠΟΛΙΣ

Translate »