ΤΑΦΙΚΑ ΕΘΙΜΑ ΙΙ

Δεκέμβριος 3, 2015

Τα ταφικά έθιμα στην Ελλάδα από τα αρχαία έως τα νεότερα χρόνια Μέρος 2ο
Στο δεύτερο μέρος του «ταξιδίου» μας, θα δούμε τα ταφικά έθιμα κατά την Ελληνιστική περίοδο, τη Ρωμαϊκή, από τη Βυζαντινή έως τα νεώτερα χρόνια καθώς και ταφικά έθιμα της Κρήτης.

ΤΑΦΙΚΑ ΕΘΙΜΑ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΣΤΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟ

Ενταφιασμός
Ο ενταφιασμός περιλάμβανε τα παρακάτω στάδια:

1. την πρόθεση
2. την εκφορά
3. το περίδειπνο
4. τις ετήσιες προσφορές στη μνήμη των νεκρών

Η πρόθεσις γινόταν μια ημέρα μετά το θάνατο. Διαρκούσε μια ημέρα κατά την οποία πραγματοποιούνταν τα, σύμφωνα με την παράδοση, μοιρολόγια και η τελευταία επίσκεψη των συγγενών και των φίλων. Το σώμα του νεκρού, καλυμμένο με ένα λινό ύφασμα τοποθετούνταν σε μια επιμελημένη κατασκευή (κομμάτι ύφασμα κάλυπτε την ταφικη κλίνη ή το νεκρό σώμα). Γυναίκα του άμεσου περιβάλλοντος του νεκρού φρόντιζε για την προετοιμασία του νεκρού σώματος. Το έπλυνε, το άλειφε με λάδι, το έντυνε και το κοσμούσε με άνθη, στεφάνια και κοσμήματα.

Κατά την τρίτη ημέρα, πριν από τη δύση του ηλίου, γίνονταν η εκφορά του νεκρού. Αυτή προϋπέθετε πομπή, η οποία σύμφωνα με το νόμο, έπρεπε να περάσει σιωπηλά από τους δρόμους της πόλης. Όταν αυτή έφτανε στο σημείο ταφής, το νεκρό σώμα αφήνονταν στο μνήμα. Χοές χύνονταν στο έδαφος.

Το περίδειπνο ακολουθούσε την ταφή. Πρόκειται για τη συγκέντρωση των συγγενών για φαγητό αφού όμως πρώτα γινόταν ο καθαρμός της οικίας με θυμίαμα και αγιασμό και των ιδίων με πλύσιμο χεριών και κεφαλιού. Σύμφωνα με τα αρχαιολογικά κατάλοιπα - ίχνη από στάχτη, οστά ζώων, όστρακα αγγείων πόσεως, πινάκια και λεκανίδες - τα νεκρόδειπνα θα πρέπει να οργανώνονταν και στο σημείο ταφής. Λαμβάνοντας υπόψη ωστόσο τις γραπτές πηγές το γεύμα σερβιρίζονταν και στα σπίτια. Οι εκδηλώσεις αγάπης και ο κατακερματισμός των αγγείων θα μπορούσαν να ερμηνευθούν σαν μια προσπάθεια προσφοράς ειδών άμεσης ανάγκης στο νεκρό. Δύο ημέρες μετά την ταφή γίνονταν μια τελετή που ονομάζονταν «τρίτα» ενώ οκτώ ημέρες μετά την ταφή οι συγγενείς και οι φίλοι του νεκρού συγκεντρώνονταν στο σημείο ταφής, όπου τελούνταν τα «ένατα»

B. Καύση
Η καύση του νεκρού γίνονταν είτε γίνονταν στο σημείο ταφής είτε με τη μέθοδο της ανακομιδής. Στη δεύτερη περίπτωση τα υπολείμματα της καύσης (στάχτη) τοποθετούνταν σε τεφροδόχο αγγείο από πηλό ή από μέταλλο.

Η διαφορά ανάμεσα στην Κλασική και στην Ελληνιστική Περίοδο βρίσκεται μόνο στον τύπο του αγγείου υποδοχής των ανθρώπινων λειψάνων. Η τεφροδόχος τοποθετούνταν είτε α) απευθείας στο έδαφος είτε β) σε ένα είδος «φερέτρου» είτε τέλος γ) σε λαξευμένες κόγχες στο εσωτερικό των θαλαμοειδών τάφων. Σε ορισμένες περιπτώσεις διατηρούνται ίχνη υφάσματος το οποίο κάλυπτε το σώμα ή το αγγείο υποδοχής.

Κτερίσματα
Τα κτερίσματα τοποθετούνταν δίπλα στο νεκρό σώμα - σε πινάκια - ή σε συγκεκριμένα σημεία του επενδυμένου δαπέδου ή σε κόγχες μέσα στους θαλαμοειδείς τάφους. Θα μπορούσαν να διακριθούν σε εκείνα που αποτελούσαν προσωπικά αντικείμενα του νεκρού - αντικείμενα της καθημερινής ζωής - και σε αντικείμενα που κατασκευάζονταν αποκλειστικά για τον τάφο. Κοινά κτερίσματα ήταν τα πήλινα αγγεία ενώ λιγότερο συχνά συνατώνται λίθινα ή από μέταλλο αγγεία, ειδώλια, λυχνάρια, όπλα, κοσμήματα και νομίσματα (π.χ. τοποθετούσαν ένα κέρμα στο στόμα του νεκρού προκειμένου να εξασφαλίσουν την είσοδο του νεκρού τον Άδη;). Τα κτερίσματα επίσης είχαν άμεση σχέση με το επάγγελμα και με την ηλικία του νεκρού. Για παράδειγμα τα όπλα εντοπίζονται σε τάφους ανδρών, τα κάτοπτρα σε τάφους γυναικών και τα παιχνίδια σε τάφους παιδιών.

Η καινοτομία της εποχής αφορά στην περιβολή του νεκρού. Χρυσά στεφάνια έχουν εντοπιστεί και στις δύο πρακτικές ταφής (ενταφιασμό και καύση) ήδη από τον 4ο αι. π.Χ. Σε ορισμένες περιπτώσεις έχουν αποκαλυφθεί εγχάρακτες πλάκες με αναθηματικά κείμενα (καταδεσμοί) ή με Ορφικούς ύμνους και Πυθαγόρειες συμβουλές προς τον νεκρό.

Νομοθεσία
Το εθιμοτυπικό της τελετής σχετίζεται με το κόστος ταφής και τη διάρκεια του πένθους. Κατά τα τέλη του 4ου αιώνα, στην Αττική, ο Δημήτριος ο Φαληρέας με διάταγμα απαγορεύει την ανέγερση πολυτελών ταφικών μνημείων και έτσι στο εξής οι επιτύμβιες στήλες με τον εξεζητημένο διάκοσμο θα δώσουν τη θέση τους σε ταπεινούς ταφικούς κιονίσκους που φέρουν απλά το όνομα και την καταγωγή του νεκρού. Η εκφορά δεν επιτρέπεται κατά τις πρωινές ώρες. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι κατά την Ελληνιστική Περίοδο αυτοί οι περιορισμοί φαίνεται ότι είχαν τοπικό χαρακτήρα και δεν ίσχυαν για όλες ανεξαιρέτως τις περιοχές του Ελληνιστικού κόσμου.

Ένας άλλος νόμος του 3ου αι. π.Χ., που προέρχεται από το Γάμβριο (κοντά στην Πέργαμο), καθορίζει τα σχετικά με τα έθιμα που ακολουθούν την ταφή και με την περίοδο πένθους, όπως επίσης και το κατάλληλο χρώμα ενδυμάτων των πενθούντων.

Νεκροταφεία
Κατά την Ελληνιστική Περίοδο τα νεκροταφεία βρίσκονταν εκτός των ορίων της πόλης (σπάνια εντοπίζονται πλησίον αυτής). Οι τάφοι οργανώνονται σε ομάδες και εξαντλούν το διαθέσιμο χώρο ταφής ενώ ο προσανατολισμός εξαρτάται κυρίως από την γεωμορφολογία του εδάφους.

Στο νεκροταφείο του Κεραμεικού, στην Αθήνα, σε μια προσπάθεια αποφυγής διατάραξης των πρωιμότερων ταφών, αρμόδιοι προχώρησαν στην επικάλυψή τους με χώμα προκειμένου ο χώρος να επαναχρησιμοποιηθεί για τον ίδιο σκοπό. Στην Αλεξάνδρεια τα νεκροταφεία είχαν τη μορφή των νεκροπόλεων, με σαφή διαχωρισμό στο εσωτερικό τους (π.χ. «Οργανωμένη Πόλη των Νεκρών» - οι Αιγύπτιοι ενταφιάζονταν σε διαφορετικό σημείο από τους μη - Αιγύπτιους).

Τάφοι
Η πρακτική ταφής κατά την Ελληνιστική Περίοδο προσομοιάζει με εκείνη της Κλασικής Περιόδου. Ο πιο απλός τύπος τάφου ήταν ο λακκοειδής. Πρόκειται για απλό λάκκο στο έδαφος, ο οποίος καλυπτόταν από χώμα ή από πλάκες. Ένας τάφος αντιστοιχούσε συνήθως σε ένα άτομο και τα κτερίσματα, αν υπήρχαν, τοποθετούνταν εσωτερικά ή εξωτερικά.

Οι τύπος του κεραμοσκεπούς τάφου ήταν αρκετά διαδεδοένος. Το σώμα αφήνονταν είτε απευθείας στο έδαφος είτε σε στρώμα από κεραμίδες, οι οποίες το προστάτευαν. Συχνά με κεραμίδες επένδυαν και τα τοιχώματα του τάφου. Η βασική διαφορά στην πρακτική ταφής ανάμεσα στην Κλασική και Ελληνιστική Περίοδο είναι ότι κατά την πρώτη επιλέγονταν επίπεδες κεραμίδες ενώ κατά δεύτερη κυκλικές.

Ο τύπος του θαλαμοειδούς τάφου ήταν επίσης διαδεδομένος αυτή την περίοδο στην Ελλάδα και κατ΄ επέκταση και στην Κρήτη. Ήταν είτε λαξευτοί είτε χτιστοί. Είχαν ένα ή περισσότερους ορθογώνιους θαλάμους. Κατά την Πρώιμη Ελληνιστική Περίοδο loculi ( = ορθογώνιες κόγχες για σαρκοφάγους ή για τεφροδόχους) λαξεύονταν κατά μήκος των πλευρών του ταφικού θαλάμου.

Ο τύπος του μνημειακού τάφου χρησιμοποιούνταν σε περιπτώσεις πολλαπλών ταφών. Ορισμένοι είχαν τη μορφή του θαλαμοειδούς τάφου, λαξευμένου ή χτιστού (ή συνδυασμό των δύο, ανάλογα με την γεωμορφολογία του εδάφους). Ήταν υπόγειοι ή υπέργειοι και σε μερικές περιπτώσεις (π.χ. οι Μακεδονικοί τάφοι) οι θάλαμοι καλύπτονταν με τύμβους (tumuli). Έπιπλα, όπως ταφικές κλίνες και πιο σπάνια θρόνοι εντοπίζονται στο εσωτερικό των θαλάμων.

Ο αποκαλούμενος τύπος hypogeum ήταν μια διαφορετική απόδοση του μνημειώδους θαλαμοειδούς τάφου. Ήταν υπόγειος τάφος με πολλαπλούς θαλάμους οργανωμένους κατά μήκος του διαδρόμου. Μπορούσε να έχει πιο πολύπλοκη κάτοψη καθώς περισσότεροι από ένας διάδρομοι μπορούσαν να κατασκευαστούν. Στα Χανιά της Κρήτης έχει αποκαλυφθεί ο απλούστερος τύπος hypogeum. Έχει ένα κεντρικό διάδρομο. Κατά μήκος των δύο πλευρών του έχουν λαξευτεί ορθογώνιοι θάλαμοι. Ο κάθε θάλαμος είναι σφραγισμένος με μια πλάκα. Ο διάδρομος αυτός ήταν προσιτός από ένα μακρύ δρόμο.

Ο τύπος του μνημειακού τάφου έχει εντοπιστεί σε νεκροπόλεις οι οποίες βρίσκονται εκτός οικισμών (π.χ. Πέτρα, Κυρήνη κλπ). Βρίσκεται επίσης σε σύνολα τα οποία καταλαμβάνουν μια ολόκληρη έκταση (π.χ. Μακεδονία). Προφανώς κατασκευάστηκαν ως οικογενειακοί τάφοι αν και ορισμένοι από αυτούς χρησιμοποιήθηκαν ως κοινοτικοί. Για παράδειγμα στα νεκροταφεία της Αλεξάνδρειας, κατά τα μέσα του 3ου αι. π.Χ. πολλοί τάφοι οργανώθηκαν για να δεχτούν τα μέλη συντεχνιών, θρησκευτικών οργανώσεων και άλλων ομοειδών κοινωνικών ομάδων.

Υπάρχει μια μεγάλη ποικιλία ως προς τον τρόπο κατασκευής μνημειωδών τάφων της Ελληνιστικής Περιόδου γεγονός που καθιστά δύσκολη την την τυποποίησή τους. Μπορούσαν να έχουν τη μορφή ενός βωμού, μιας στήλης, ενός πύργου, ενός κύβου, ενός κυλίνδρου, μιας πυραμίδας, μιας σαρκοφάγου, ενός προστώου ή ενός πιο σύνθετου οικοδομήματος, το οποίοι απαρτίζεται από περισσότερα μέρη π.χ. οικίες, προαύλιο ή ναό.

Ο τύπος του Μακεδονικού Τάφου είναι ο πιο χαρακτηριστικός τύπος Ελληνιστικού μνημειώδους τάφου στην Ελλάδα. Αποτελείται από ένα ορθογώνιο ταφικό δωμάτιο, με μια ή δύο κλίνες στο εσωτερικό του. Σε ορισμένες περιπτώσεις υπάρχουν κόγχες στους τοίχους για τα ανθρώπινα λείψανα και τα κτερίσματα. Πίσω από την είσοδο υπάρχει ένα χαμηλό δωμάτιο με είσοδο. Η οροφή είναι κυρίως θολωτή. Δρόμος (=διάδρομος) οδηγεί σε αυτόν. Στους μεγαλύτερους τάφους η είσοδος ήταν διακοσμημένη. Οι τάφοι είναι κατασκευασμένοι από τοπικό ασβεστόλιθο και οι τοίχοι επενδυμένοι με στούκο ορισμένες φορές επίσης διακοσμημένο. Όλη η κατασκευή καλύπτεται με τύμβο (tumulus).

Ο χαρακτηρισμός «Μαυσωλείο» προέρχεται από το μνημειώδη τάφο του Μαύσωλου, δυνάστη της Καρίας, στην Αλικαρνασσό. Ο όρος αυτός χρησιμοποιήθηκε αργότερα για να υποδηλώσει τάφους που είχαν παρόμοια τυπολογία και εξαιρετική διακόσμηση. Αυτού του είδους τα μνημεία, ιδιαίτερα δημοφιλή στη Μ. Ασία, αποτελούνται από ένα πόδιο με υψηλή κατασκευή στο ανώτερο επίπεδο (συχνά είχε τη μορφή πυραμίδας ή σαρκοφάγου).

Ο τύπος του «ηρώου» είναι ταφικό μνημείο (ποικίλης τεχνοτροπίας) στο οποίο αποδίδονταν η λατρεία του ήρωα. Ήταν συνδυασμός ενός τάφου και ενός ναού. Συχνά υπήρχε βωμός στην εγγύς περιοχή. Φαίνεται ότι κατά την Ελληνιστική Περίοδο διαφοροποιήθηκε η αντίληψη γύρω από το πρόσωπο του νεκρού και την έννοια της αθανασίας με αποτέλεσμα ορισμένες προσωπικότητες να λατρεύονται ως θεότητες ή ως ήρωες. Μετά από την Εποχή του Μεγάλου Αλεξάνδρου η λατρεία ηρώων γνώρισε ιδιαίτερη έξαρση στις τοπικές κοινωνίες. Συχνά προς τιμήν τους κατασκευάζονταν εντυπωσιακά οικοδομήματα. Βασικό χαρακτηριστικό τους ήταν ότι ο τάφος περικλείονταν από τέμενος, σαν ιερό. Οι πιο σύνθετες δομές, εκτός των ταφικών κτισμάτων, περιλαμβάνουν, αυτόνομες μονάδες όπως αύλιους χώρους, λουτρά, στάδια κλπ (π.χ. Ηρώο του Αντίγονου Γονατά) ομοιάζοντας σε ένα Γυμνάσιο ή σε μια Βασιλική.

Τα κενοτάφια ήταν τάφοι χωρίς λείψανα προς τιμήν εκείνων που σκοτώθηκαν μακριά από την πατρίδα τους ή προς τιμήν εκείνων των οποίων τα λείψανα δεν βρέθηκαν ποτέ. Κυρίως αφορούν προσωπικότητες του στρατού. Το εθιμοτυπικό ακολουθούσε εκείνο των πραγματικών τάφων. Η τυπολογία τους ποικίλει και μερικές φορές δεν μπορούν εύκολα να διαχωριστούν από τους πραγματικούς τάφους.

Οι ομαδικές ταφές, χωρίς ιδιαίτερη τυπολογία, ήταν απλοί στην κατασκευή τους. Ωστόσο υπάρχουν παραδείγματα ταφικών συνόλων που χρονολογούνται στην Ελληνιστική Περίοδο τα οποία διακρίνονται για την ποιότητα της κατασκευής τους (π.χ. ο ομαδικός τάφος των Λεόντων στην Κνίδο).

Ταφικά Σήματα
Στην περίπτωση των «σημάτων» δεν υπήρχε διαχωρισμός ανάμεσα στον απλό ενταφιασμό και στην καύση των νεκρών. Κατασκευάζονταν από χώμα, πλίνθους ή λίθους και τοποθετούνταν στην κορυφή ή εμπρός από το μνήμα. Ο πιο συνηθισμένος τύπος σήματος ήταν η «στήλη». Ως προς το σχήμα ήταν είτε ορθογώνιες κατασκευές είτε μιμούνταν αρχιτεκτονήματα με αετωματική επίστεψη. Άλλος τύπος σήματος ήταν η «τράπεζα», η οποία είχε τη μορφή χαμηλού τραπεζίου. Σε αυτή την περίπτωση το σήμα εξυπηρετούσε και ως χώρος απόθεσης των προσφορών προς το νεκρό. Στην Ανατολική και Βόρεια Ελλάδα τέτοιου είδους βωμοί γνώριζαν ευρεία διάδοση.

Τα σήματα με μορφή αγαλματιδίων ήταν επίσης γνωστά στην Ελληνιστική Περίοδο. Αυτά μπορούσαν να αναπαριστάνουν τη μορφή του νεκρού, ενός ζώου ή ενός μυθολογικού πλάσματος. Οι μορφές των λιονταριών για παράδειγμα χρησιμοποιούνταν συχνά σε περιπτώσεις ομαδικών τάφων (π.χ. τάφος με απεικόνιση λιονταριού στην Κνίδο). Επιπλέον τύποι σημάτων έχουν το σχήμα κιόνων ή αγγείων (συνήθως υδρίες) ενώ «Ερμαί» και «Φαλλοί» εντοπίζονται σε σημαντικά ποστοστά αυτή την Περίοδο.

ΤΑΦΙΚΑ ΕΘΙΜΑ ΣΤΗΝ ΡΩΜΑΪΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟ

Ταφικές Πρακτικές
Έως τον 1ο αι. μ.Χ., με λίγες εξαιρέσεις, η κύρια πρακτική ταφής στη Ρώμη ήταν η καύση του σώματος. Κατά τη διάρκεια του 2ου αι. μ.Χ. διαφοροποιήθηκε ο τρόπος έκθεσης τους νεκρού σώματος. Σε περιοχές της Αυτοκρατορία όπου μέχρι τότε κυριαρχούσε το έθιμο της καύσης διαδίδεται η πρακτική του ενταφιασμού. Εξωτερικές επιρροές καλλιεργούν τη συντηρητική εφαρμογή νέων πρακτικών ταφής π.χ. της ταρίχευσης κατά την περίοδο της Ύστερης Ρωμαϊκής Δημοκρατίας.

Στην Ελλάδα φαίνεται ότι εφαρμόζεται τόσο η ο απλός ενταφιασμός όσο και η καύση των νεκρών, με μεγαλύτερη έμφαση στην πρακτική του ενταφιασμού. Στην Κρήτη ειδικότερα δεν υπάρχουν ενδείξεις υιοθέτησης άλλης πρακτικής εκτός εκείνης του ενταφιασμού. Ένδειξη καύσης θα μπορούσε να αποτελέσει ένα αγγείο (το οποίο θα μπορούσε να είναι τεφροδόχο αγγείο), που βρέθηκε στη Γόρτυνα. Ο τάφος μάλλον ανήκει σε Ιταλό απόδημο καθώς είναι γνωστό ότι μεγάλος αριθμός Ιταλών είχαν εγκατασταθεί στη Γόρτυνα κατά τη διάρκεια του 1ου αι. π.Χ. Τα ταφικά έθιμα στην Κρήτη ακολουθούν το εθιμοτυπικό των προηγούμενων περιόδων. Παρόλα αυτά, μετά από την κατάκτηση της Κρήτης και την εγκαθίδρυση Ρωμαϊκής αποικίας στην Κνωσό (Colonia Iulia Nobilis Cnosus), σημαντικός αριθμός ταφικών πρακτικών αναπτύχθηκε στο νησί.

Η διαδικασία ταφής ενός Ρωμαίου εξαρτώνταν άμεσα από την πολιτική και κοινωνική του θέση. Για ένα κοινό πολίτη η ταφή (funus translaticum) ήταν μια απλή διαδικασία. Στενοί συγγενείς και φίλοι συγκεντρώνονταν στο σπίτι του νεκρού για να τον αποχαιρετήσουν. Η μητέρα του και ο μεγαλύτερος σε ηλικία υιός του έδιναν του έδιναν τον τελευταίο ασπασμό (σαν μια προσπάθεια να κρατηθεί στη μνήμη τους). Στη συνέχεια όλοι μαζί ξεκινούσαν το μοιρολόι. Τα μάτια του νεκρού ήταν σφαλισμένα, το σώμα πλένονταν με ζεστό νερό και μύρα, τα άκρα του σώματος τεντωμένα και ένα μικρό νόμισμα τοποθετημένο ανάμεσα στα δόντια του προκειμένου να πληρώσει για τη διέλευσή του στον Άδη. Σε περίπτωση που ο νεκρός ήταν κάτοχος αξιώματος εξασφαλίζονταν εκμαγείο των χαρακτηριστικών του Το σώμα σε αυτή την περίπτωση ντύνονταν με τήβεννο και τα διακριτικά του αξιώματος τα οποία ο νεκρός φορούσε εν ζωή και τοποθετούνται επάνω σε ένα ταφικό ανάκλιντρο στο atrium, με τα πόδια προς την πόρτα σε μια προσπάθεια να διατηρηθεί στο αξίωμά τους έως την ώρα της ταφής. Το ανάκλιντρο ήταν στολισμένο με άνθη. Στην είσοδο του σπιτιού ήταν τοποθετημένα κλαδιά πεύκου ή κυπαρισσιού ως ένδειξη ότι το σπίτι ήταν μιασμένο από το θάνατο.

Οι ταφές γίνονταν το βράδυ. Τα παιδιά ηλικίας μικρότερης των 40 ημερών ενταφιάζονταν πριν από τη δύση του ηλίου. Συγγενείς ή στενοί φίλοι (4-8 άνδρες) μετέφεραν στους ώμους τους το ανάκλιντρο με τον νεκρό έως το σημείο της ταφής ή της αποτέφρωσης. Επαγγελματίες γυναίκες μοιρολογήτρες συνόδευαν την πομπή.

Σύμφωνα με το νόμο όλες οι ταφές γινόντουσαν εκτός των ορίων της πόλης. Στο σημείο της ταφής ή της αποτέφρωσης οι παριστάμενοι πετούσαν λίγο χώμα στο πρόσωπο του νεκρού. Στην περίπτωση του απλού ενταφιασμού το σώμα θάπτονταν απευθείας στο χώμα, σε πλήρη έκταση, ή μέσα σε σαρκοφάγο. Σε περίπτωση αποτέφρωσης τμήμα του σώματος, συνήθως οστό από το δάχτυλο θάβονταν στο έδαφος. Σκάπτονταν μικρός λάκκος τον οποίο γέμιζαν με υγρά ξύλα επάνω στα οποία τοποθετούσαν το σώμα. Στη συνέχεια έβαζαν φωτιά. Όταν είχε ολοκληρωθεί η διαδικασία της καύσης τα υπολείμματα καλύπτονταν με τύμβο (tumulus). Η καύση γινόταν είτε στο σημείο ταφής είτε σε ειδικά αφιερωμένο για αποτέφρωση χώρο. Στη δεύτερη περίπτωση ράντιζαν τα υπολείμματα της καύσης με κρασί και τα τοποθετούσαν σε τεφροδόχους ποικίλης τυπολογίας και υλικού. Την παραπάνω διαδικασία την αναλάμβαναν επαγγελματίες.

Συνηθισμένη πρακτική σε αρκετά μέρη της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας ήταν να δημιουργούν τρύπες ή αγωγούς στους τάφους προκειμένου να μπορούν οι συγγενείς να ρίχνουν φαγητό και ποτό στους νεκρούς. Την ημέρα της κηδείας οργανώνονταν νεκρόδειπνα. Παρόμοια γεύματα γίνονταν εννέα ημέρες μετά την ταφή και κατά τη διάρκεια των μνημόσυνων. Κατά την ημέρα της ταφής οργανώνονταν επίσης τελετές κάθαρσης και εξαγνισμού.

Οι «Εννέα Ημέρες Πένθους» τηρούνταν από τους συγγενείς πρώτου βαθμού. Στο τέλος αυτής της περιόδου προσφέρονταν στο νεκρό μια θυσία (sacrificium novendiale), ένα νεκρόδειπνο (cena novendiali) και οργανώνονταν παιχνίδια στο σπίτι του. Η συνολική περίοδος πένθους ποικίλει από 3 έως 10 μήνες ανάλογα με την ηλικία και το είδος της σχέσης που είχε κάποιος με τον νεκρό. Κατά τη διάρκεια του έτους τελούνταν μνημόσυνα δημόσιου και ιδιωτικού χαρακτήρα π.χ. κατά την ημερομηνία γενεθλίων του νεκρού ή κατά την επέτειο της ημέρας ταφής. Εκείνες τις ημέρες κατατίθενται άνθη και προσφορές (Violaria, Rosaria) τόσο στις περιπτώσεις ενταφιασμού όσο και στις περιπτώσεις αποτέφρωσης.

Ενταφιασμός προσωπικοτήτων
Σε περιπτώσεις στρατιωτών που έχουν σκοτωθεί στο πεδίο της μάχης η τυπική διαδικασία ταφής είναι η “funus militare”, δηλαδή η μαζική ταφή η καύση των σωμάτων. Τα έξοδα αναλάμβαναν οι σύντροφοι τους. Σε περιπτώσεις επιφανών πολιτών οργανώνονταν ταφή δημοσία δαπάνη “funus publicus”. Το νεκρό σώμα εκτίθονταν με τιμές και διαβάζονταν ένας πανηγυρικός. Το κόστος της ταφής καλύπτοτναν από το κράτος. Για τους αυτοκράτορες και τα μέλη της οικογένειάς τους οργανώνονταν κηδεία με ιδιαίτερη μεγαλοπρέπειας“funus imperatorum".

Κτερίσματα
Τα κτερίσματα που αποκαλύφτηκαν σε τάφους της Ρωμαϊκής Περιόδου ήταν κοσμήματα, μέρος στρατιωτικού εξοπλισμού, είδη καλλωπισμού, αγγεία πόσεως και τροφής, λυχνάρια, μαγειρικά σκεύη, ζάρια, παιχνίδια, ειδώλια κλπ. Θα μπορούσαν να διακριθούν σε δύο βασικές κατηγορίες: στα προσωπικά αντικείμενα του νεκρού και στα αντικείμενα που κατασκευάστηκαν αποκλειστικά για την ταφή.

Ο χαρακτήρας τους εξαρτάται συχνά από τις ειδικές ικανότητες που είχε ο νεκρός εν ζωή (π.χ. επάγγελμα), την ηλικία,το φύλο, την κοινωνική θέση και οικονομική άνεσή του. Τέλος, εντοπίζονται κατάλοιπα τροφής την οποία εισήγαγαν στο μνήμα μέσα από τρύπες που είχαν ανοιχθεί επι τούτου στο έδαφος ή μέσα από αγωγούς. Τα κτερίσματα τοποθετούνταν σε αβαθή αυλάκια στο έδαφος ή σε κόγχες στους τοίχους των θαλαμοειδών τάφων. Στόχος τους ήταν τόσο να τιμήσουν το νεκρό όσο και να τον εξυπηρετήσουν στη μεταθανάτια ζωή του.

Νομοθεσία
Το εθιμοτυπικό αναφορικά με τις ιδιωτικές ταφές εξαρτάται άμεσα από το χαμηλό κόστος που οι συγγενείς υποχρεούνταν να πληρώσουν. Ο κανονισμός καθορίζονταν στον «Δωδεκάδελτο» νόμο όπου μεταξύ των άλλων αναγραφόταν ότι οι ταφές θα έπρεπε να γίνονται εκτός των ορίων της πόλης.

Νεκροταφεία
Ο Ρωμαϊκός Νόμος καθόριζε αυστηρά ότι τα νεκροταφεία θα πρέπει να βρίσκονται εκτός των ορίων της πόλης. Συνήθως οργανώνονταν κατά μήκος τους δρόμου που οδηγούσε στην έξοδο της πόλης, στην ύπαιθρο. Εκεί διαρθρώνονταν σειρές πανομοιότυπων τάφων. Δεν υπήρχε σταθερός αριθμός μνημάτων σε κάθε σειρά γεγονός που δείχνει την αδυναμία του κράτους να διαχειριστεί τον ίδιο το χώρο του νεκροταφείου αλλά και να ελέγξει την επέκτασή του.

Στις βόρειες και δυτικές επαρχίες της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και ιδιαίτερα στη Βρετανία και στη Γαλατία εντοπίζονται κοιμητήρια περιφραγμένα, χωρίς στέγη, διαφορετικού τύπου και χαρακτήρα. Σε ορισμένες περιπτώσεις αυτά τα ταφικά περιφράγματα χρησιμοποιούνται σαν Μαυσωλεία ή για τα μέλη μιας οικογένειας ή για ομαδικούς τάφους.

Μια ειδική κατηγορία νεκροταφείων, τα οποία χρησιμοποιήθηκαν από τις Χριστιανικές και Εβραϊκές κοινότητες στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, ήταν οι κατακόμβες (2ος-4ος αι. μ.Χ.). Ήταν υπόγεια νεκροταφεία, με μακριούς διατεμνόμενους διαδρόμους, σκαμμένα σε ηφαιστειακό πέτρωμα. Κατά μήκος των θαλάμων (cubicula) οικογενειακοί τάφοι λαξεύονταν στο μαλακό πέτρωμα ενώ κατά μήκος των διαδρόμων αναπτύσσονταν οριζόντια διαζώματα τάφων, από το έδαφος έως την οροφή. Ήταν ορθογώνιες κόγχες (loculi) στις οποίες χωρούσε μόνο ένα άτομο ή πολύ μεγαλύτερες κόγχες με αψίδα (arcosolia) στις οποίες χωρούσαν σαρκοφάγοι. Τάφοι ανασκάπτονταν και στα δάπεδα των διαδρόμων ή των θαλάμων. Οι τάφοι των μαρτύρων βρίσκονταν συνήθως σε μεγαλύτερα δωμάτια, τις κρύπτες, οι οποίες ήταν μέρος μικρών υπόγειων εκκλησιών. Η επιθυμία ταφής κοντά στον τάφο ενός μάρτυρα ή ενός ιερού αποδεικνύεται από το μεγάλο αριθμό των ταφών που βρίσκονται στον περίγυρό τους. Στους τάφους απεικονίζονταν συμβολικές παραστάσεις ενώ σύντομες επιγραφές δίνουν πληροφορίες για την ταυτότητα του νεκρού. Η πρόσβαση στις κατακόμβες γινόταν από σκαλοπάτια. Προκειμένου της ανανέωσης του αέρα υπήρχαν ανοίγματα (luminaria).

Περισσότερες από 60 κατακόμβες βρέθηκαν στη Ρώμη. Πολλά παραδείγματα υπάρχουν και από άλλα μέρη της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας (Κεντρική Ιταλία, Νάπολη, Σικελία, Μάλτα, Σαρδηνία, Βόρεια Αφρική κα.). Στην Ελλάδα το καλύτερο παράδειγμα προέρχεται από τη Μήλο όπου οι κατακόβμες αποτελούνται από τρεις κύριους διατεμνόμενους διαδρόμους με arcosolia. Οι ταφές χρονολογούνται ανάμεσα στο τέλος του 2ου αι. έως τον 5ο αι. μ.Χ. (Fig. 10-11)

Οι τάφοι, είτε προορίζονταν για τα οστά του νεκρού είτε για τα υπολείμματα της καύσης είτε και για τα δύο, διέφεραν πολύ ως προς τον τρόπο κατασκευής τους. Ο πιο απλός τύπος τάφου ήταν ο λακκοειδής. Πρόκειται για απλό λάκκο στο έδαφος, ο οποίος καλύπτονταν από χώμα ή από πλάκες. Ένας τάφος αντιστοιχούσε συνήθως σε ένα άτομο και τα κτερίσματα, αν υπήρχαν, τοποθετούνταν στο εσωτερικά ή εξωτερικά.

Οι τύπος του κεραμοσκεπούς τάφου ήταν αρκετά διαδεδοένος. Το σώμα αφήνονταν είτε απευθείας στο έδαφος είτε σε στρώμα από κεραμίδες, οι οποίες το προστάτευαν. Συχνά με κεραμίδες επένδυαν και τα τοιχώματα του τάφου.

Οι λακκοειδείς και οι κεραμοσκεπείς τάφοι, χωρίς ουσιαστικές διαφορές σε σχέση με τις προηγούμενες περιόδους, είναι διαδεδομένοι στην Ελλάδα και κατ΄ επέκταση στην Κρήτη.

Ο τύπος του θαλαμοειδούς τάφου ήταν επίσης διαδεδομένος αυτή την περίοδο στην Ελλάδα και κατ΄ επέκταση και στην Κρήτη. Ήταν είτε λαξευτοί είτε χτιστοί. Είχαν ένα ή περισσότερους ορθογώνιους θαλάμους. Συνήθως είχαν κόγχες (loculi) και μικρότερου ή μεγαλύτερου μεγέθους arcosolia, στα οποία τοποθετούνταν οι σαρκοφάγοι ή τα τεφροδόχα αγγεία. Στην Κρήτη τρεις περιπτώσεις λαξευμένων θαλαμοειδών τάφων έχουν αποκαλυφθεί, όλοι με arcosolia και σε μερικές περιπτώσεις με loculi. Ο κύριος τύπος αποτελείται από ένα ορθογώνιο θάλαμο, έπεται ο τύπος με ένα βοηθητικό δωμάτιο και ο τύπος με τα δύο βοηθητικά δωμάτια. Αυτού του είδους οι τάφοι δεν φαίνεται να χρησιμοποιούνται με την εγκαθίδρυση του χριστιανισμού, τον 4ο αι. π.Χ.

Ο αποκαλούμενος τύπος hypogeum ήταν μια διαφορετική απόδοση του μνημειώδους θαλαμοειδούς τάφου. Ήταν υπόγειος τάφος με πολλαπλούς θαλάμους οργανωμένους κατά μήκος του διαδρόμου. Μπορούσε να έχει πιο πολύπλοκη κάτοψη καθώς περισσότεροι από ένας διάδρομοι μπορούσαν να κατασκευαστούν. Η πιο σύνθετη και εντυπωσιακή μορφή Hypogeum είναι του Aurelii στη Ρωμη.

Υπάρχει μια μεγάλη ποικιλία ως προς τον τρόπο κατασκευής μνημειωδών τάφων της Ρωμαϊκή Περιόδου γεγονός που κάνει δύσκολη την τυποποίησή τους. Για παράδειγμα μπορούσαν να έχουν τη μορφή αψίδα, κίονα, πύργου, πυραμίδας, οβελίσκου, προστώου, ή πιο συχνά οικίας ή ναού. Στην Κρήτη παραδείγματα υπέργειων θολωτών τάφων έχουν αποκαλυφθεί στις νότιες ακτές. Είναι κατασκευασμένοι από ακατέργαστους λίθους, έχουν στενή είσοδο και αρκοσόλια σε τρεις πλευρές τοίχων. Οι περισσότεροι από αυτούς είναι βρίσκονται επάνω σε εξέδρα. Παρόμοιοι τάφοι έχουν αποκαλυφθεί στη Σικελία στο Amerium.

Ο χαρακτηρισμός «Μαυσωλείο» προέρχεται από το μνημειώδη τάφο του Μαύσωλου, δυνάστη της Καρίας, στην Αλικαρνασσό. Ο όρος αυτός χρησιμοποιήθηκε αργότερα για να υποδηλώσει τάφους που είχαν παρόμοια τυπολογία και εξαιρετική διακόσμηση. Αυτού του είδους τα μνημεία αποτελούνται από ένα πόδιο με υψηλή κατασκευή στο ανώτερο επίπεδο. Κατά τη διάρκεια τη Ρωμαϊκής Περιόδου διακρίνονται διαφορετικοί τύποι Μαυσωλείων: μεταξύ αυτών οι πιο διαδεδομένοι τύποι ήταν εκείνοι με τους ορθογώνιους και τους κυκλικούς πύργους (π.χ. το Μαυσωλείο του Αυγούστου), παραδείγματα τα οποία υπάρχουν και στην Ελλάδα (π.χ. Μαυσωλείο του Γαλέριου στη Θεσσαλονίκη). Στην Κρήτη υπάρχουν Μαυσωλεία του τύπου με το ορθογώνιο κτίσμα. Φαίνεται ότι είναι αρκετά διαδεδομένος. Αρκετά παραδείγματα προέρχονται από την περιοχή της Κνωσού (4ος-5ος αι. μ.Χ.).

Ο τύπος του «ηρώου» είναι ταφικό μνημείο (ποικίλης τεχνοτροπίας) στο οποίο αποδίδονταν η λατρεία του ήρωα. Ήταν συνδυασμός ενός τάφου και ενός ναού. Συχνά υπήρχε βωμός στην εγγύς περιοχή. Αυτή την περίοδο, ορισμένοι τάφοι τύπου ιερού ήταν ένα είδος ηρώου.

Στην Κρήτη, τα ηρώα, τόσο της Ελληνιστικής όσο και της Ρωμαϊκής Περιόδου προέρχονται από την περιοχή της Κνωσού.

Τα κενοτάφια ήταν τάφοι χωρίς λείψανα προς τιμήν εκείνων που σκοτώθηκαν μακριά από την πατρίδα τους ή προς τιμήν εκείνων των οποίων τα λείψανα δεν βρέθηκαν ποτέ. Κυρίως αφορούν σε προσωπικότητες του στρατού. Το εθιμοτυπικό ακολουθούσε εκείνο των πραγματικών τάφων. Η τυπολογία τους ποικίλει και μερικές φορές δεν μπορούν εύκολα να διαχωριστούν από τους πραγματικούς τάφους.

Τα Columbaria ήταν μεγάλοι τάφοι στους οποίους συγκεντρώνονταν μεγάλος αριθμός τεφροδόχων αγγείων. Συνήθως ήταν υπόγειες κατασκευές, ορθογώνιες, με μεγάλο αριθμό κογχών (columbaria) οργανωμένες σε ευθείες οριζόντιες (gradus) και κάθετες (ordines) γραμμές. Στα μεγάλου μεγέθους columbaria προγραμματιζόταν η φύλαξη περίπου 100 τεφροδόχων. Γύρω από τους τοίχους, στο ύψος του ποδίου (podium) υπήρχαν σαρκοφάγοι με υπολείμματα ενταφιασμού ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις ανασκάφηκαν θάλαμοι οι οποίοι εξυπηρετούσαν τις ίδιες ανάγκες. Στο πόδιο υπήρχαν επίσης κόγχες σε μια προσπάθεια εξοικονόμησης χώρου. Σε περίπτωση που το κτίσμα ήταν αρκετά υψηλό κατασκευάζονταν διάδρομοι από ξύλο γύρω από τους τοίχους. Πρόσβαση στο θάλαμο γίνονταν με μια σκάλα στην οποία επίσης διαμορφώνονταν κόγχες. Το φως διαχέονταν μέσα από μικρά ανοίγματα που βρίσκονταν κοντά στην οροφή. Οι τοίχοι και τα δάπεδα ήταν όμορφα διευθετημένα και διακοσμημένα.

Οι κόγχες ήταν μερικές φορές ορθογώνιου αλλά πιο συχνά ημισφαιρικού σχήματος. Σε ορισμένα columbaria οι πιο χαμηλές σειρές είναι ορθογώνιες, εκείνες που βρίσκονται κάτω από τις αψίδες. Συνήθως περιέχουν δύο τεφροδόχους (ollae, ollae ossuariae) μια στην κάθε πλευρά, ώστε να είναι ορατές από εμπρός. Ορισμένες φορές οι κόγχες είχαν αρκετό βάθος ώστε να δεχθούν από δύο τεφροδόχους σε κάθε πλευρά. Εκείνες που βρίσκονταν στο πίσω μέρος ήταν σε υπερυψωμένο επίπεδο. Πάνω ή κάτω από την κόγχη υπήρχε τμήμα μαρμάρου (titulus) στο οποίο χαράσσονταν το όνομα του ιδιοκτήτη. Σε περίπτωση που τα μέλη μιας οικογένειας «καταλάμβαναν» τέσσερις ή έξι κόγχες συνήθιζαν να τις διαφοροποιούν με τοιχογραφίες. Συνήθης πρακτική ήταν η ανέγερση κιόνων ώστε να δίδεται η εντύπωση ενός ναού. Τέτοιου είδους σύνολα ονομάζονταν aediculae. Η αξία του μνήματος σχετίζονταν με τη θέση στην οποία αυτό βρίσκονταν. Οι τάφοι στα υψηλότερα σημεία (gradus) ήταν κόστιζαν λιγότερο από εκείνους που βρίσκονταν στο έδαφος. Ιδιαίτερη προτίμηση γνώριζαν εκείνοι που βρίσκονταν κάτω από σκάλες.

Οι τεφροδόχες ήταν από διαφορετικά υλικά και συνήθως στερεώνονταν στη βάση της κόγχης. Το πώμα μπορούσε να απομακρυνθεί και αυτές να σφραγιστούν αμέσως μετά την τοποθέτηση της στάχτης μέσα σε αυτές. Μικρά ανοίγματα παρέμεναν προκειμένου να μπορούν οι συγγενείς να ρίχνουν στο εσωτερικό γάλα και κρασί. Στο πώμα ή επάνω στις τεφροδόχες χαράσσονταν το όνομα του νεκρού, η ημέρα και ο μήνας του θανάτου. Το έτος συναντάται σπάνια. Στην πόρτα του columbarium υπήρχαν τα ονόματα των ιδιοκτητών, το έτος κατασκευής και άλλες λεπτομέρειες.

Αυτού του είδους τα ταφικά μνημεία κατασκευάστηκαν στην εποχή του Αυγούστου, λόγω του μεγάλου κόστους της γης. Στην πλειονότητά τους ανήκουν σε οικονομικά ασθενείς κοινωνικές ομάδες ή σε μέλη ομάδων που επιθυμούν να μειώσουν το κόστος ταφής τους.

Κήποι
Ταφικά σύνολα, κήποι, (cepotafia) αναφέρονται για πρώτη φορά στις επαρχίες της Ανατολής. Από τον 2ο αι. και εξής γνωρίζουν ευρεία διάδοση στην Αυτοκρατορία. Περιβάλλονταν από τείχους, είχαν μεγάλη ποικιλία φυτών στο εσωτερικό τους, ήταν εξοπλισμένοι με κτίσματα και διαμερίσματα κατάλληλα για δείπνα προς τιμήν του νεκρού.

ΤΑΦΙΚΑ ΕΘΙΜΑ ΑΠΟ ΤΗ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΕΠΟΧΗ ΩΣ ΤΑ ΝΕΩΤΕΡΑ ΧΡΟΝΙΑ

Ο λαός ως προς τα ταφικά έθιμα φαίνεται συντηρητικός, αντιμετωπίζει το θάνατο και την ταφή των προγόνων του με προσήλωση και εμμονή στις παραδόσεις, τις δοξασίες και τις συνήθειες, που αυτοί του κληροδότησαν. Έτσι, πολλά σημερινά έθιμα ανάγονται στην αρχαιότητα, στα ομηρικά χρόνια. Όμως, δεν είναι λίγες οι αλλαγές που συντελέστηκαν στο μεταχριστιανικό κόσμο. Ο θάνατος και η ταφή του Χριστού, η ίδρυση της Εκκλησίας, οι τάφοι των μαρτύρων του χριστιανισμού και η πίστη στην ανάσταση των νεκρών αναδιαμόρφωσαν το εθιμοτυπικό και τις ταφές από τους χρόνους του Βυζαντίου μέχρι και τα νεώτερα χρόνια.

Ταφικές πρακτικές

Ο θάνατος

Όταν ο νεκρός αισθανόταν το θάνατο να πλησιάζει φρόντιζε για τη διαθήκη του, στην οποία επισήμανε ότι την υπογράφει με σώας τα φρένας. Στη συνέχεια ερχόταν ιερέας, σαν προάγγελος του θανάτου, να εξομολογήσει και να κοινωνήσει τον μελλοθάνατο. Ταυτόχρονα οι συγγενείς και προσφιλείς μαζεύονταν να χαιρετήσουν τον άνθρωπό τους. Την οριακή αυτή κατάσταση που βρισκόταν ο άνθρωπος την ώρα που πέθαινε, περιέγραφαν με ποικίλες εκφράσεις, που σώζουν οι πηγές και φαίνεται να έχουν συνέχεια από τα ομηρικά χρόνια μέχρι σήμερα.

Επερχομένου του θανάτου, οι συγγενείς έκλειναν τα μάτια και το στόμα του νεκρού, ακολουθούσε το λουτρό, το οποίο στους ιερωμένους γίνονταν με σταυρικές κινήσεις, ενώ στη συνέχεια, σύμφωνα με την εβραϊκή παράδοση που υιοθετήθηκε, άλειφαν το σώμα με μύρα.

Οι συγγενείς και φίλοι επισκέπτονταν το νεκρό προκειμένου να τον χαιρετήσουν, την ώρα της πρόθεσης, σύμφωνα με πολλές πηγές.

Ο θρήνος
Μετά το στολισμό του νεκρού, οι παρευρισκόμενοι θρηνούσαν, οι γυναίκες αποκάλυπταν το κεφάλι και τράβαγαν τα μαλλιά τους, τα ρούχα τους και μέλη του σώματός τους. Κάποιες φορές και οι άνδρες εξέφραζαν τον πόνο τους με τις ίδιες έντονες κινήσεις, ενώ δεν έλειπαν οι περιπτώσεις που θρηνούντες χτυπιούνταν μέχρι θανάτου. Παρ΄όλες τις προσπάθειες των φρονιμότερων αποτροπής των παραπάνω εκδηλώσεων ως μη χριστιανικών, σε συνέχεια των αρχαίων και εβραϊκών εθίμων, αυτές επιβίωσαν μέχρι και τη νεώτερη Ελλάδα.

Τον νεκρό, επίσης, θρηνούσαν με τα μοιρολόγια, άσματα εγκωμιαστικά και πένθιμα, το περιεχόμενο των οποίων για τα βυζαντινά χρόνια λαμβάνουμε από μεταφορές τους μέσα σε βυζαντινά μυθιστορήματα. Οι στίχοι μίλαγαν για τη χαμένη νεότητα των νεαρών νεκρών, εκφράζανε το παράπονο της χηρείας στο σύζυγο που έφυγε, ζητούσαν τελευταίες συμβουλές από το νεκρό γονέα. Υπήρχαν μάλιστα και επαγγελματίες μοιρολογίστρες που καλούνταν για το θρήνο.

Ο νεκρός φυλασσόταν από τους προσφιλείς τους μια νύχτα πριν ταφεί, τελετή υποχρεωτική στη λαϊκή σκέψη, η οποία διατηρείται ακόμα στην ελληνική ύπαιθρο.

Η εκφορά του νεκρού και η πομπή
Μετά το θρήνο άρχιζε η κηδεία ή εξόδιον, τελετουργία που δεν ήταν χρονικά προκαθορισμένη, αν και το μεσογειακό κλίμα δεν επέτρεπε την καθυστέρηση της ταφής. Τοποθετούσαν το νεκρό σε φέρετρο, με το πρόσωπο ακάλυπτο, σύμφωνα με το αρχαίο τυπικό, και κατά τη νεκρική πομπή οι συγγενείς ή φίλοι του νεκρού ή ακόμα και επαγγελματίες νεκροφόροι κουβαλούσαν τη σορό στους ώμους. Τα φέρετρα έμοιαζαν με κρεβάτια, κατασκευάζονταν από απλό ξύλο ενώ των πλουσιότερων, από ξύλο κέδρου ή κυπαρισσιού ή ακόμα από ασήμι ή χρυσό. Τα απλούστερα φέρετρα, από τη βυζαντινή εποχή μέχρι και τον 20ο αιώνα ήταν κτήμα των εκκλησιών και ενοικιάζονταν στις κηδείες.

Στην κηδεία μετείχαν όλοι οι συγγενείς και φίλοι, οι δούλοι και όσοι είχαν ευεργετηθεί από το νεκρό. Αν ήταν παραγγελία του νεκρού ή υπόσχεση των κληρονόμων του, οι δούλοι που ακολουθούσαν στην κηδεία ελεθευρώνονταν και ήταν νομικά κατοχυρωμένοι σε αυτό. Εάν ο εκλειπών ήταν μέλος συντεχνίας όλοι οι συνάδελφοί του ήταν υποχρεωμένοι να παραβρεθούν στην κηδεία. Την εξόδιον των δημοσίων προσώπων παρακολουθούσαν όλοι οι πολίτες, ενώ των ευγενών παραβρίσκονταν ακόμα και τα άλογα τους.

Στην πομπή προηγούνταν οι ιερείς που έψαλλαν κρατώντας κεριά και θυμιάματα, ακολουθούσε το σκήνωμα και έπονταν οι λαϊκοί με λαμπάδες στα χέρια. Ταυτόχρονα, καθ΄ όλη τη διάρκεια, χτυπούσαν οι καμπάνες. Ακόμα, μετείχαν και οι μοιρολογίστρες που συνέχιζαν το θρήνο, έθιμο αρχαίο ελληνικό και ιουδαϊκό που διατηρήθηκε στη βυζαντινή και οθωμανική εποχή, στα χρόνια της βενετοκρατίας και μέχρι σήμερα. Δεν έλειπαν, στην νεκρική πομπή, επεισόδια για πιθανές οικονομικές οφειλές του νεκρού, για τα οποία ο νόμος προέβλεπε ποινές. Άλλωστε οι πενθούντες ήταν γενικώς προστατευμένοι από το νόμο, προκειμένου να μένουν ανενόχλητοι.

Η νεκρώσιμος ακολουθία και η ταφή
Με την άφιξη στο ναό, η κλίνη τοποθετούνταν σε βάθρο μπροστά στη τράπεζα εάν ο νεκρός ήταν ιερωμένος, στο νάρθηκα εάν ήταν λαϊκός και πάντως με το κεφάλι του στην ανατολή. Η θέση της κεφαλής του νεκρού προς ανατολάς, που συνηθίζεται στο χριστιανικό κόσμο και στην προσευχή ήταν άγνωστη στα αρχαία χρόνια και πιστεύεται ότι κληρονομήθηκε από τους ινδούς στα ελληνιστικά χρόνια. Στον 15ο αιώνα όλοι τοποθετούνταν πλέον στον κυρίως ναό. Ακολουθούσε η νεκρώσιμος ακολουθία, η οποία είναι διαφέρει εάν πρόκειται για λαϊκούς, ιερείς, μοναχούς ή νήπια.

Τη θρησκευτική τέλεση της κηδείας, αλλά όχι την ταφή αρνούταν η εκκλησία στους αλλόθρησκους, στους αιρετικούς και στους σχισματικούς, στα αβάπτιστα αποθανόντα παιδιά, στους αμετανόητους αφορισθέντες και στους αυτόχειρες που δεν έπασχαν από ψυχικό νόσημα.

Μετά την ακολουθία η πομπή συνόδευε το φέρετρο στον τάφο, όπου κάποιος προσφιλής του νεκρού, όπως και στην αρχαία ελληνική και ιουδαϊκή παράδοση, εκφωνούσε επιτάφιο λόγο, βιογραφικό και εγκωμιαστικό του νεκρού, παρηγορητικό για τους δικούς του. Κατόπι, έβαζαν το φέρετρο στον τάφο και ο ιερέας περιέχυνε το σώμα του με λάδι και έριχναν ένα πήλινο τεμάχιο που έφερε χαραγμένο σταυρό, συνήθεια που συνεχίστηκε μέχρι πρόσφατα.

Από τα βυζαντινά χρόνια, άρχισαν να θάβουν την ημέρα τους νεκρούς τους, αφού οι πατέρες της εκκλησίας πολέμησαν την αντίληψη των αρχαίων Ελλήνων και των Ιουδαίων που θεωρούσαν τους νεκρούς πηγή μόλυνσης και για αυτό τους έθαβαν νύχτα. Η αντίληψη αυτή διατηρήθηκε όμως μέσα στους αιώνες και μέχρι πρόσφατα και η κάθαρση μετά από ταφή ήταν απαραίτητη και η συνάντηση κηδείας θεωρούταν κακός οιωνός. Θεμιτή ήταν πάντως η ταφή στην πατρική γη του εκλιπόντα ή η εκ των υστέρων μετακομιδή των λειψάνων του στην πατρίδα του.

Πένθος
Το βαρύ πένθος για τους Βυζαντινούς κρατούσε δια νόμου και συνέχεια της ρωμαϊκής παράδοσης εννέα ημέρες, ενώ η χήρα όφειλε να πενθήσει για ένα χρόνο. Ένδειξη πένθους αποτελούσε το κόψιμο των μαλλιών και τα μαύρα ρούχα, αρχαίες συνήθειες που συνεχίστηκαν στους χρόνους του Βυζαντίου, της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αλλά και τους νεώτερους χρόνους. Επιπλέον, το πένθος γινόταν φανερό από τη μερική ασιτία, το μη καλλωπισμό, αλλά και την αποχή από τα λουτρά. Αναμενόμενη στις γυναίκες που είχαν πένθος ήταν μείωση των κοινωνικών επαφών, ιδίως για τις χήρες.

Μνημόσυνα
Τη βυζαντινή και οθωμανική εποχή οι μνημόσυνες ακολουθίες για το νεκρό γίνονταν, όπως ακόμα και σήμερα, την τρίτη, την ένατη και την τεσσαρακοστή ημέρα από το θάνατό του, καθώς και μετά από ένα χρόνο, χρονικά διαστήματα με θεολογικούς συμβολισμούς. Στα μνημόσυνα οι συγγενείς έφερναν στο ναό και κατόπι στον τάφο κόλλυβα, κόκκους δηλαδή σιταριού αναμεμειγμένους με ρόδια, αμύγδαλα, καρύδια, σταφίδες και κουκουνάρια. Εκτός από τα κόλλυβα προσφέρονταν σύμφωνα με την αρχαιοελληνική και ιουδαϊκή συνήθεια νεκρόδειπνα στους τάφους, ή και τρόφιμα στην εκκλησία που τα μοίραζε ύστερα στους φτωχούς. Τα συμπόσια αυτά μαρτυρούν και ευρήματα σε τάφους, όπως χύτρες, λαγήνια, πινάκια και άλλα. Δείπνα κατά τα μνημόσυνα γίνονταν μέχρι το 12ο αιώνα, αλλά το έθιμο επιβίωσε σε χωριά της Πελοποννήσου καθώς και στην Κωνσταντινούπολη την ήμερα των νεκρών (14 Σεπτ.).
Το αρχαίο έθιμο των χοών διατήρησαν οι Βυζαντινοί, αλλά και οι νεώτεροι Έλληνες. Στην Μακεδονία, την Τραπεζούντα, στην Καππαδοκία, στην Κρήτη, στα χωριά του Ολύμπου, τις ημέρες των μνημοσύνων έκαναν σπονδές με κρασί από οπές ή ειδικές φυάλες στον τάφο του νεκρού.

Τάφοι και ταφή
Οι νεκροί είτε καταχώνονταν σε λάκκους, είτε θάβονταν σε χτιστούς τάφους, είτε τοποθετούνταν σε σαρκοφάγους, πάντως με το κεφάλι στην ανατολή. Έκτος από τους απλούς τάφους, υπήρχαν κενοτάφεια, που λειτουργούσαν ως ταφικά μνημεία, οστεοφυλάκια και τάφοι αγίων προσώπων όπου λειτουργούσαν και λειτουργούν προσκυνήματα. Ως προς τη μορφολογία χωρίζονται σε: απλός (λάκκος), θήκη (λάρνακα), μνημείο (κατασκευές όπου περικλείεται ο τάφος), χαμοσόρια (λαξευτοί), διώροφοι καμαρωτοί, σαρκοφάγος. Οι σαρκοφάγοι κατασκευάζονταν από ξύλο ή μέταλλο ή λαξεύονταν σε λίθο ή μάρμαρο, σύμφωνα με τις πηγές που δίνουν αναλυτικές περιγραφές.

Κατά τους Βυζαντινούς χρόνους οι τάφοι ήταν οικογενειακοί ή κληρονομικοί. Ανάλογα με τη κοινωνική θέση και τον πλούτο του ενταφιαζόμενου ήταν απλούστεροι ή πολυτελέστεροι. Πάνω στον τάφο τοποθετούνταν επιτάφιος πλάκα ενεπίγραφος, που σε πεζό ή έμμετρο λόγο ανέφερε το όνομα του νεκρού και του πατέρα του, την ημερομηνία του θανάτου και εν συντομία τα βιογραφικά του στοιχεία. Λόγω των θρησκευτικών ερίδων σκόπιμο ήταν να γράφεται το ότι ο θαμμένος ήταν ορθόδοξος. Πάνω στην πλάκα τοποθετούταν σταυρός και μέσα σε κόγχη λυχνάρια, ιερές εικόνες, εικόνα του νεκρού και άλλα. Δεν ήταν σπάνιο ο τάφος να περιφρασσόταν με κάγκελα, ενώ μπορεί να στολιζόταν με λουλούδια, δενδρύλλια, στυλίσκους και γλυπτά. Ο τάφος θεωρούταν ιερός και ήταν ανόσιο να πατηθεί. Χαρακτηριστικό γνώρισμα των τάφων και των κοιμητηρίων ήταν και είναι το φύτεμα των κυπαρισσιών, γεγονός που μνημονεύεται από τον 9ο αιώνα.

Μέσα σε τάφους έχουν βρεθεί διάφορα αντικείμενα που τοποθετούσαν δίπλα στους νεκρούς τους, όπως φιαλίδια μύρων, χρυσά στεφάνια, κοσμήματα, χρήματα και άλλα, κτερίσματα που προκαλούσαν την τυμβωρυχία, για αυτό πολλάκις απαγορεύτηκαν. Τους τάφους προστάτευαν ειδικοί φύλακες, χωρίς όμως να εμποδίζουν πάντα την τυμβωρυχία για την οποία ο βυζαντινός νόμος προέβλεπε διάφορες ποινές. Ταυτόχρονα ο νόμος όριζε ποινές για περιπτώσεις ιεροσυλίας, όπως η μετακίνηση οστών, επιτάφιων λίθων κλπ.

Ταρίχευση και καύση νεκρών
Η ταρίχευση που ακολουθούνταν από τους χριστιανούς της Αιγύπτου, δεν θεωρείτο σωστή από την εκκλησία, αφού ο Χριστός ετάφη, αν και ήταν συνηθισμένη η προσωρινή ταρίχευση για τη μεταφορά ενός νεκρού σε άλλο τόπο.

Η καύση δεν ήταν απαγορευμένη, αλλά η συνήθεια της ταφής στηριζόταν από τα κείμενα της χριστιανικής εκκλησίας. Οι νεκροί δεν καίγονταν στα βυζαντινά χρόνια, παρά μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, κατά τις οποίες η τέφρα του νεκρού παραδιδόταν σε ταφή.

Η ανάγκη της ταφής, που κυριαρχούσε από τα ομηρικά χρόνια σαν αντίληψη, φανερώνεται από τις πηγές που αναφέρουν ότι οποιοσδήποτε συναντούσε νεκρό σώμα, όφειλε να το κρύψει κάτω από τη γη, με οποιονδήποτε τρόπο, ενώ θεωρούταν κατάρα για κάποιον να μείνει άταφος, όπως άλλωστε πιστεύεται από το λαό.

Ταφή βασιλέων
Συγκεκριμένο τυπικό υπήρχε για την κηδεία και την ταφή των βασιλέων.

Ο νεκρός βασιλέας που επρόκειρο να μεταφερθεί ταριχευόταν. Τοθετούνταν σε χρυσό φέρετρο, που καλύπτότανε από τη βασιλική αλουργίδα και το τοποθετούσανε σε άμαξα, που συνόδευαν ένοπλοι άντρες ντύμενοι με πορφυρά χρώματα. Τη σορό που κατέφτανε στην πρωτεύουσα υποδέχονταν οι άρχοντες, η σύγκλητος, ο στρατός, πλήθος και ψάλλοντες κληρικοί. Ούτως ή άλλως, ο νεκρός αυτοκράτορας ή όποιοδήποτε μέλος της οικογένειάς του στολιζόταν ειδικά. Γινόταν ειδική τελετή εξόδου της σορού από το ανάκτορο, μεγαλοπρεπής η πομπή και τελετουργική η νεκρωσιμός ακολουθία.

Οι αυτοκράτορες θάβονταν τους πρώτους αιώνες της βυζαντινής αυτοκρατορίας στο ναό των Αγίων Αποστόλων στην Κωνσταντινούπολη, σε στοές και στα ηρώα του Μ. Κωνσταντίνου και του Ιουστινιανού. Στον 9ο αιώνα αριθμούνται περίπου 45 αυτοκρατορικές λάρνακες στο ναό αυτό.

Εκτός από το ναό, χώροι ταφής βασιλέων και των οικογενειών τους αποτελούσαν διάφοροι ναοί και μοναστήρια, συνήθως της πρωτεύουσας, που πιθανόν είχαν ιδρύσει οι θαμμένοι αυτοκράτορες, όπως ο ναός της Περιβλέπτου, η μονή Λιβός, η μονή Παντοκράτορος.

Βασιλικές λάρνακες
Οι βασιλικές λάρνακες φτιάχνονταν από μάρμαρα πορφυρά, πράσινα, πνευμονούσια, λευκά ή ροδοποίκιλα, σύμφωνα με την προεπιλογή του αυτοκράτορα (φώτο από Μουσείο Κωνσταντινουπόλεως), χαρακτηρίζονταν από πολυτέλεια και συχνά έφεραν παραστάσεις.

Τα μέλη της αυτοκρατορικής οικογένειας, καθώς και οι αυλικοί και αξιωματούχοι ανάλογα με το πρόσωπο του αποθνήσκοντα, φορούσαν, χάρη πένθους συγκεκριμένο χρώμα ρούχα. Ο αυτοκράτορας εάν έχανε συγγενικό πρόσωπο ά βαθμού φορούσε λευκά, ενώ ο λαός στο θάνατό του ντυνόταν στα μαύρα.

Αντίστοιχα ανεπτυγμένο τυπικό υπήρχεκαι για την κήδευση των πατριαρχών.
Δίκαιο
Υπήρχαν στο Βυζάντιο νομικές διατάξεις για τη στέρηση της εκκλησιαστικής κηδεύσεως, για θέματα σχετικά με την κηδεία, για τους υποχρεωτικά μετέχοντες στην κηδεία, για το εάν μια ταφή είναι νόμιμη ή όχι, ανάλογα με το χρόνο της ταφής, για τον ιδιοκτήτη του τάφου, οικοπέδου ή αγρού και το ιστορικό των ταφών στο χώρο αυτό, όπως επίσης, για το τι συνιστά προσβολή σε πτώμα, προσβολή στο νεκρό, ή στους κληρονόμους και για τις ποινές, ιδίως εάν οι υβριστές είναι οι δανειστές του

Στις πηγές δεν εμφανίζονται διατάξεις που κατοχυρώνουν την εκκλησιαστική κήδευση των νεκρών χριστιανών. Η απουσία της σχετικής διατάξεως αναπληρώνεται και καλύπτεται απόλυτα από την παράδοση της εκκλησίας, που θεωρεί την υποχρέωση αυτή ως αυτονόητη.

Σύμφωνα με έγγραφο του πατριάρχη Φωτίου (858 - 867), η παράλειψη εκκλησιαστικής κηδεύσεως ενός νεκρού από κληρικό με δόλο αποτελούσε τιμωρητέο αδίκημα. Άλλο πατριαρχικό έγγραφο (1143) καταδικάζει αιρετικούς μοναχούς και ανάμεσα στις κατηγορίες είναι ότι στέρησαν νεκρούς χριστιανούς από την εκκλησιαστική κήδευση των λειψάνων τους, με την πρόφαση, ότι δεν είχαν μετανοήσει για τα αμαρτήματά τους. Αντίστοιχο έγγραφο (1356) καταδικάζει μητροπολίτη που ανάμεσα σε άλλα αδικήματα, εμπόδισε τους κληρικούς να κηδεύσουν δύο χριστιανούς.

Δαπάνες
Υπόχρεος σε ενταφιασμό του νεκρού, είναι εκείνος, τον οποίο επέλεξε, όσο ζούσε ο τελευταίος, και στον οποίο ανέθεσε τη μέριμνα της κηδείας και ταφής του. Αυτός που ανέθετε σε τρίτο την τέλεση της κηδείας και της ταφής του φρόντιζε να διασφαλίσει την εκπλήρωση της αντίστοιχης υποχρέωσης και την καταβολή των σχετικών δαπανών με μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων προς τον υπόχρεο και σχετικούς δεσμευτικούς όρους. Ένα ο αποθανών δεν ανέθεσε τα παραπάνω καθήκοντα αυτά μεταφέρονται αυτόματα στους κληρονόμους του. Υπάρχουν ακόμα και άλλες ειδικές διατάξεις που αφορούν συγκεκριμένες κατηγορίες αποθανόντων και υπόχρεων.

Και ενώ οι πλούσιοι κάλυπταν τα έξοδα της κηδείας των οικείων τους, κάνοντας ακόμα και υπέρμετρες δαπάνες, η κηδεία των φτωχών αποτελούσε προβλεπόμενο κρατικό έξοδο, με την συνδρομή της εκκλησίας που είχε ταμείο για την ταφή άπορων και ξένων.

Διατάξεις που εκδόθηκαν, από την αρχή τις βυζαντινής αυτοκρατορίας, αφορούσαν την δωρεάν τέλεση της κηδείας των κατοίκων της Κωνσταντινούπολης, με την παραχώρηση πλήρους φορολογικής ατέλειας σε περίπου 1000 εργαστήρια της Πόλης και αντάλλαγμα την δωρεάν μεταφορά των νεκρών στα κοιμητήρια και τη διευθέτηση του χώρου για την ταφή. Δηλαδή παραχωρούνταν χρήματα και το αναγκαίο προσωπικό, που χαρακτηρίζεται με τις επωνυμίες δεκανοί, λεκτικάριοι και κοπιαταί και αργότερα σε αυτούς προστίθενται οι ασκήτριες και οι κανονικές.

Επαγγέλματα
Οι δεκανοί ήταν υπαξιωματικοί του βυζαντινού στρατού και επιφορτισμένοι τόσο με τη συνοδεία του νεκρού μέχρι τον τόπο του ενταφιασμού, όσο και με την τήρηση της τάξης κατά την εκφορά και την απόθεση του λειψάνου στον τάφο.

Οι λεκτικάριοι ήταν αυτοί που μετάφεραν τη “lectica”, τα φέρετρα δηλαδή, με τα οποία μεταφέρονταν τα λείψανα από την οικία του αποβιώσαντα στο ναό, όπου λάμβανε χώρα η νεκρώσιμη ακολουθία και στη συνέχεια στον τόπο ενταφιασμού, όπου απέθεταν το λείψανο στον τάφο.

Οι κοπιαταί ήταν τα πρόσωπα που κατασκεύαζαν τον τάφο ή διαμόρφωναν κατάλληλα το χώρο ταφής που υπήρχε στα κοιμητήρια.

Οι ασκήτριαι και οι κανονικαί ήταν γυναίκες αφιερωμένες στην εκκλησία, προηγούνταν και έπονταν της σορού ψάλλοντας, ενώ αναλάμβαναν και τη φροντίδα για τους νεκρούς στις μονές και στα ξενοδοχεία.

Οι μνημοράλιοι κατασκεύαζαν τους τάφους, τα βασιλικά μνήματα και αναλάμβαναν και τη φύλαξη αυτών.

Οι διατάξεις αναφέρουν τους μισθούς και τον τρόπο πληρωμής των παραπάνω προσώπων, ανάλογα το είδος της κηδείας, τον τύπο του φέρετρου και τον τόπο ταφής, ενώ προβλέπονται τόκοι για αργοπορημένες πληρωμές και ποινές για οικονομικά αδικήματα είτε σε βάρος των εργαζομένων, είτε σε βάρος των συγγενών του νεκρού.

Επαγγελματίες ήταν, όχι μόνο στο Βυζάντιο, αλλά και αργότερα οι μοιρολογίστρες, οι οποίες προσλαμβάνονταν και πληρώνονταν από τους πενθούντες, χωρίς όμως να είναι νομικά κατοχυρωμένες.

Νεκροταφεία
Η λέξη κοιμητήριο αρχικά χρησιμοποιήθηκε για τον τάφο ενός νεκρού και στη συνέχεια ο όρος δήλωνε όλη την περιοχή όπου υπήρχαν τάφοι. Τους πρώτους βυζαντινούς αιώνες τα νεκροταφεία, κατά την αρχαία συνήθεια, παρέμειναν δια νόμου εκτός των πόλεων και δίπλα στο δρόμο. Με την πάροδο του χρόνου αναφέρονται στις πηγές και αστικές ταφές, ενώ επί Λέοντος Σοφού επιτρέπονται οι ταφές είτε εντός είτε εκτός πόλης. Η κατάλυση της απαγορεύσεως προέκυψε από χωρικές ανακατατάξεις, που επέφεραν αλλαγές στη δομή, διάταξη και διαστάσεις των μεσαιωνικών πόλεων και από το φαινόμενο της ταφής σε ναούς.

Στην Κωνσταντινούπολη τα παλιά νεκροταφεία θάφτηκαν στην ίδρυση της νέας πρωτεύουσας και τα νέα νεκροταφεία με την εξάπλωση της πόλης, βρέθηκαν ανάμεσα στα παλαιά και νέα τείχη. Ανάλογη εξέλιξη παρατηρείται και σε άλλες βυζαντινές πόλεις. Οι ανασκαφές στη μεσαιωνική Κόρινθο έφεραν στο φως επτά συγκροτήματα τάφων, που βρίσκονταν στο κέντρο της αρχαίας πόλης και χρονολογούνται από τον 7ο έως τον 12ο αιώνα. Το ίδιο συνέβη στην Αθήνα και τις Σάρδεις, μετά την καταστροφή τους από τους Σλάβους και τους Πέρσες αντίστοιχα. Από τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες, οι τόποι ενταφιασμού επικεντρώθηκαν γύρω από παλαιοχριστιανικά μαρτύρια ή κοιμητηριακές βασιλικές. Στη συνέχεια οι ταφές μεταφέρθηκαν στο δάπεδο ναών μέσα στις πόλεις, μετά τη συνήθεια να μεταφέρονται τα λείψανα αγίων μέσα σε ναούς και να θάπτονται οι αρχιερείς εντός του θυσιαστηρίου. Σε μοναστηριακούς ναούς υπήρχαν επίσης τάφοι ιερωμένων μοναχών στο ιερό και τάφοι λαϊκών στις πύλες από το νάρθηκα στον κυρίως ναό.

Μετά τον πέμπτο αιώνα διαμορφώνονται δύο τάσεις. Η μια ακολουθεί την ανάγκη για ταφή στον ιερό τόπο του ναού, όπου βρίσκονται λείψανα αγίων προσώπων και η άλλη αντιτίθεται στην ταφή αμαρτωλών στον οίκο του Θεού, που είναι και αντίθετη με το πνεύμα της ταπείνωσης. Έτσι, μετά τον 6ο αιώνα προτιμάται η τοποθέτηση σαρκοφάγων στο νάρθηκα και στο αίθριο που είναι υποδεέστεροι χώροι. Ο ζήλος για την απόκτηση τάφου στους παραπάνω χώρους δημιούργησε έλλειψη χώρων ταφής και έτσι δημιουργήθηκαν εξωνάρθηκες, παρεκκλήσια, ευκτήριοι οίκοι, μοναστήρια, νεκρικές κρύπτες κάτω από τους ναούς. Από τις νομισματικές ενδείξεις προκύπτει ότι η ταφή σε ναούς εμφανίζεται την πρώιμη βυζαντινή περίοδο, αυξάνει σε συχνότητα κατά το 10ο - 11ο αιώνα και αποκτά μεγαλύτερη διάδοση την περίοδο των Παλαιολόγων.

Οι τάφοι λοιπόν και όχι ο θεσμός των κοιμητηρίων εισέρχονται στα αστικά κέντρα, παρόλο που δεν συμβαδίζει το γεγονός με τις πηγές του βυζαντινού δικαίου. Ταφές γίνονταν και μέσα στα μοναστήρια, γεγονός συνδεδεμένο με το θεσμό της κτητορίας. Δηλαδή, ο κτήτορας και στη συνέχεια οι κληρονόμοι του είχαν το δικαίωμα της ταφής στο ναό ή στο κοιμητήριο της μονής που ίδρυσε, ενώ πολλές φορές η αιτία της ίδρυσης μονής ήταν η πρόθέση του κτήτορα να εξασφαλίσει τον κατάλληλο τόπο ενταφιασμού για τον εαυτό του και τους συγγενείς του και την αδιάλειπτο προσευχή για της σωτηρία των ψυχών τους.

Τα τυπικά των μονών βεβαιώνουν για την ύπαρξη και λειτουργία ειδικά οργανωμένων κοιμητηρίων στις μονές της αυτοκρατορίας, με ναό και ιερωμένο επιφορτισμένο αποκλειστικά με τις νεκρώσιμες και επιμνημόσυνες ακολουθίες. Τα μοναστήρια πάντως, ιδίως στην πόλη, αντιμετώπιζαν πρόβλημα στενότητας χώρου και υπάρχουν περιπτώσεις που οι μονές ιδρυόταν κοιμητήρια σε άλλη περιοχή και με πολύ αυστηρά κριτήρια για το δικαίωμα ενταφιασμού σε αυτά (Μονή Κεχαριτωμένης, Μονή Παντοκράτορος, Μονή Κοσμοσώτειρας).

Υπήρχαν όμως και μονές που δεν είχαν κοιμητήριο και οι μοναχοί ενταφιάζονταν εντός του μοναστηριακού ναού, συνήθως στο νάρθηκα. Στο δάπεδο, εντός του ναού, επέλεγαν συνήθως να ταφούν και οι κτήτορες, που μετά από το 10ο αιώνα πρόκειται για μεγάλο αριθμό λαϊκών και ανώτατων κληρικών. Δεν πρέπει να παραβλέπεται ότι μεγάλος αριθμός μελών βυζαντινών αυτοκρατορικών οικογενειών και αρκετοί πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως ενταφιάστηκαν στο δάπεδο μοναστηριακών ναών.

Οι μάρτυρες, οι μοναχοί και οι κληρικοί, οι βασιλείς και άλλα επίσημα πρόσωπα θάπτονταν σε ιδιαίτερο τμήμα των νεκροταφείων ή στον περίβολο ή το εσωτερικό κάποιου ναού. Οι βυζαντινοί βασιλείς θάπτονταν στον περίβολο του ναού των Αγίων Αποστόλων στην Κωνσταντινούπολη.

Η νομοθεσία απαγόρευε πάντως ταφές γυναικών σε ανδρικά μοναστήρια και αντίστροφα, όπως και ταφές ορθοδόξων σε λατινικούς ναούς. Για τους ξένους πάντως που πέθαιναν, αγοράζονταν με εισφορές ιδιαίτεροι χώροι ταφής, που ονομάζονταν ξενοτάφια.

Στο πέρασμα των αιώνων με τους χριστιανούς ορθόδοξους συνυπάρξαν και άλλα δόγματα, θρησκεύματα και έθνη. Έτσι, εκτός από τα χριστιανικά νεκροταφεία υπήρξαν και υπάρχουν στο ελληνικό τοπίο ταφές και νεκροταφεία μουσουλμανικά, εβραικά, αρμένικα και στους νεώτερους χρόνους νεκροταφεία ρωμαιοκαθολικών και διαμαρτυρόμενων.

Στις περιοχές που έζησαν υπό την κυριαρχία ευρωπαικών δυνάμεων συναντούνται επίσης απλές και κτιστές ταφές, τάφοι σε ναούς και στον περιβολό τους. Αξιωματούχοι και κληρικοί θάβονται σε ναούς, που μπορεί να έχουν κτίσει οι ίδιοι, είτε σε τάφρο που από πάνω του υψώνεται νεκρικός θάλαμος, είτε σε αληθινή σαρκοφάγο, πέτρινη ή χτιστή, που τοποθετείται στους τοίχους του ναού είτε από την εσωτερική είτε από την εξωτερική πλευρά και πάνω της υψώνεται πάντοτε σχεδόν ένα τόξο. Στους τάφους και τις επιτύμβιες χαράσσονται το όνομα και το εγκώμιο του νεκρού, ο οικογενειακός θυρεός και άλλα πένθιμα εμβλήματα. Τα μαυσωλεία αυτού του τύπου στηρίζονταν κατευθείαν στο έδαφος ή υποβαστάζονταν από πέτρινα υποστηρίγματα, μπηγμένα στους τοίχους του ναού.

Στα νεώτερα χρόνια, δεν είναι λίγα τα νεκροταφεία που έχουν αναπτυχθεί γύρω από βυζαντινές εκκλησίες, σε όλη την Ελλάδα. Ταυτόχρονα δεν είναι λίγα τα νεκροταφεία, χριστιανικά και μουσουλμανικά που έχουν μεταφερθεί και καταστραφεί, ιδίως μέσα στις πόλεις. Τα εβραικά νεκροταφεία,σε πολλές περιοχές ισοπεδώθηκαν από τους Ναζί την περίοδο της κατοχής της Ελλάδος από τους Γερμανούς.

ΚΡΗΤΗ

Σύντομη Ιστορική Αναδρομή από Παλαιοχριστιανικά χρόνια μέχρι απελευθέρωση από Τούρκους
Το νησί της Κρήτης ήταν μέρος της Ρωμαικής και της μετέπειτα Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, πέρασε στα χέρια των Βενετών και ύστερα των Τούρκων. Για τα βυζαντινά χρόνια στο νησί (330 - 1204), τα οποία διακόπτονται από έναν αιώνα αραβοκρατίας (824 - 961), οι σωζόμενες πληροφορίες είναι λίγες. Η εποχή της βενετικής κυριαρχίας (1204 - 1669), από την άλλη, τεκμηριώνεται επαρκώς από σωζόμενες πηγές και αρχαιολογικά τεκμήρια. Έγγραφα και μνημεία σώζονται και από την Τουρκοκρατία (1669 - 1898). Το 1913 η Κρήτη ενώνεται με την υπόλοιπη Ελλάδα.

Ταφικά Έθιμα στην Κρήτη
Μικρές ιδαιτερότητες διαφοροποιούν την Κρήτη από την υπόλοιπη Ελλάδα, στις συνήθειες και τις τελετουργίες στο θάνατο και την ταφή κάποιου προσώπου. Οι περισσότερες διαθέσιμες πληροφορίες έρχονται από έγγραφα της εποχής της Βενετοκρατίας.

Ως προς την προετοιμασία του ετοιμοθάνατου, ακολουθούνταν η ίδια σειρά: ο εοιμοθάνατος ετοίμαζε τη διαθήκη του και λάμβανε θεία κοινωνία. Όμως, οι ιερείς στη Κρήτη μάλλον παραμέλησαν αυτό το καθήκον, όπως φανερώνει δουκικό διάταγμα του 1567, που υποχρέωνε τους ιερείς όχι μόνο να πηγαίνουν να κοινωνούν τους ετοιμοθάνατους, αλλά να τέλουν το χρέος αυτό φορώντας τα ιερά τους άμφια και με τη συνοδεία λαού και κωδωνοκρουσιών.

Η επίσκεψη του νεκρού στο σπίτι, ο θρήνος και η εκφορά επακολουθούσαν κανονικά. Στην Κρήτη, όση ώρα βρισκόταν το λείψανο στο σπίτι δε σκουπίζανε για να μη διώξουνε τους πεθαμένους που ήρθανε να συνοδέψουνε την ψυχή, ενώ συνήθιζαν να γεμίζουν το μαξιλάρι του νεκρού με φύλλα ελιάς. Το έθιμο της αποκοπής της κόμης κατά το θάνατο προσφιλούς προσώπου, εκτός της παλαιότητάς του, ήταν εξαιρετικά διαδεδομένο στην Κρήτη και συνεχίζονταν μέχρι πρόσφατα στα Σφακιά. Σκηνές θρήνου περιέχονται και στον Ερωτόκριτο, με χτυπήματα στα γόνατα και τα στήθη, ενώ μοιρολόγια της εποχής ανασυνθέτονται από τα κείμενα της Ερωφίληςκαι άλλα.

Η εκφορά στην Κρήτη λεγόταν, όπως και σήμερα σε διάφορους τόπους, «ξόδι», οι νεκροφόροι «σηκωταί» το φέρετρο «κιβούρι». Με διάταγμα του δούκα της Κρήτης που εκδόθηκε το 1356, απαγορεύτηκε η συμμετοχή μοιρολογητριών στην πρόθεση, εκφορά και κηδεία. Οι γυναίκες που παραβίαζαν την απαγόρευση, αλλά και αυτοί που τις προσκαλούσαν, τιμωρούνταν σύμφωνα με το νόμο. Το ίδιο διάταγμα επέβαλλε σοβαρούς περιορισμούς στον αριθμό των προσώπων που μπορούσαν να συμμετέχουν στην εκφορά του λειψάνου, καθώς και στους δρόμους περιφοράς της σορού.

Φαίνεται πως οι Κρητικοί συνήθιζαν πολυτέλειες στους νεκρούς τους, αφού απειλήθηκαν με αφορισμό, επειδή έθαπταν στα μνήματα χρυσό, ασήμι, μεταξωτά φορέματα και άλλα. Σώζεται η περιγραφή της μεγαλοπρεπούς κηδείας του Μεγάλου Άρχοντος Αλεξίου Καλλέργη που τάφηκε το 1299 μετά από μεγάλη πομπή και τη συνοδεία Λατίνων και Ελλήνων στην σιναϊτική εκκλησία της Αγίας Αικατερίνης, αναφέρονται και οι 35 χιλιάδες των χρυσών νομισμάτων (υπέρπυρων) που δαπανήθηκαν κατά την κηδεία του, από τους γιους του και κληρονόμους της μεγάλης του περιουσίας.

Στην Κρήτη συνηθίζονταν, όπως και αλλού οι επιτάφιοι λόγοι, ο στολισμός των τάφων με λουλούδια και στεφάνια, οι επιτύμβιες στήλες σε πεζό ή έμμετρο λόγο και τα τακτά μνηνόσυνα στους νεκρούς, όπως επιβεβαιώνουν ποικίλα έγγραφα και μαρτυρούν στίχοι του Ερωτόκριτου. Το πένθος έδειχναν οι προσφιλείς του νεκρού φορώντας μαύρα ρούχα, κρατώντας τα παράθυρα κλειστά, νηστεύοντας και μένοντας χωρίς περιποιήσεις.

Τάφοι και Νεκροταφεία στην Κρήτη
Τάφοι και νεκροταφεία βυζαντινής εποχής, ανακαλύπτονται και ερευνούνται στις αρχαιολογικές ανασκαφές, σε διάφορα μέρη της Κρήτης. Συχνές είναι οι μεμονωμένες ταφές που αποκαλύπτονται χωρίς συμφραζόμενα και χρονολογούνται από τα παλαιοχριστιανικά έως και την αρχή της Βενετοκρατίας. Νεκροταφεία ή συστάδες ταφών έχουν βρεθεί δίπλα ή μέσα σε βασιλικές, όπως στη βασιλική Βυζαρίου, καθώς και σε ανασκαφές κοντά σε σημαντικές πόλεις της πρώτης βυζαντινής περιόδου, όπως το νεκροταφείο στον Άγιο Τίτο στη Γορτυνα και το παλαιοχριστιανικό νεκροταφείο της αρχαίας Κισάμου.

Τα ενετικά έγγραφα βεβαιώνουν, ότι υπήρχε συνήθεια κατά την εποχή της Βεννετοκρατίας να θάβουν τους νεκρούς στους περιβόλους των πολυαρίθμων ναών των πόλεων, εντός αυτών, αλλά και σε μονές. Όσοι αρχιεπίσκοποι, επίσκοποι, δούκες, αρχιστράτηγοι, προβλεπταί, σύμβουλοι και λοιποί ευγενείς και φεουδάρχες πέθαιναν, για παράδειγμα, στο Ηράκλειο, θάπτονταν στα προαύλια και τους περιβόλους των ναών του Αγίου Μάρκου, Αγίου Τίτου, Αγίου Φραγκίσκου κ.λ.π. Αναφέρονται πολλές τέτοιες ταφές με το όνομα του νεκρού και την εκάστοτε εκκλησία. Άλλωστε πολλές είναι και οι επιτύμβιες επιγραφές που έχουν σωθεί και συνεχίζουν να βρίσκονται στις ανασκαφές. Το ίδιο συνέβαινε και με τους Κρητικούς αρχοντορωμαίους και άλλους προύχοντας Έλληνες κληρικούς και λαϊκούς.

Την εκταση του φαινομένου φανερώνει η απαγόρευση των αστικών ταφών με δουκικό διάταγμα του 1365, που δε φαίνεται να ίσχυσε. Το ίδιο διάταγμα αναφέρει ιδιωτικούς τάφους μέσα στις πόλεις, οι οποίοι εξαιρούνται της απαγόρευσης. Από την άλλη, δεν υπάρχουν σαφείς ειδήσεις για το αν υπήρχαν εκτός της πόλεως νεκροταφεία για τον πολύ κόσμο, αλλά είναι το πιθανότερο. Οι απλοί τάφοι, πάντως, ονομάζονταν «μνημούρια».

Εκτός από τους απλούς αυτούς τάφους για τους φτωχούς, υπήρχαν δύο είδη τάφων - μνημείων. Το ένα είδος αποτελείται από ένα νεκρικό θάλαμο πάνω από την τάφρο που είναι σκαμμένη στο πάτωμα του ναού ή στο γύρω από αυτόν χώρο. Το άλλο παίρνει σχήμα σαρκοφάγου, πέτρινης ή χτιστής, που τοποθετείται στους τοίχους του ναού εσωτερικά ή εξωτερικά και από πάνω της υψώνεται ένα τόξο. Τα μαυσωλεία αυτού του τύπου, που ονομάζονται «αρκοσόλια», στηρίζονταν κατευθείαν στο έδαφος ή υποβαστάζονταν από πέτρινα υποστηρίγματα, μπηγμένα στους τοίχους. Στους τάφους και τις επιτύμβιες πλάκες χαράσσονται το όνομα και το εγκώμιο του νεκρού, ο οικογενειακός θυρεός και άλλα πένθιμα εμβλήματα.

Τα αρκοσόλια που σώζονται από τη βενετική εποχή φτάνουν τα πενήντα τρία, αφού φαίνεται πως πολλά έχουν καταστραφεί βανδαλικά, και ως προς τη διακόσμηση χωρίζονται σε αρκοσόλια με ανάγλυφο διάκοσμο, δείγματα βενετοκρητικής γλυπτικής, και στα τοιχογραφημένα. Υπάρχουν παραδείγματα σαρκοφάγων σε διάφορους ναούς, καθώς και σχέδιο του τέλους του 16ου αιώνα που παριστάνει το μαυσωλείο του Μαθαίου Καλλέργη. Εκτός από λίγους του 15ου αιώνα, οι περισσότεροι ανήκουν στον 16ο και 17ο αιώνα.

Του τέλους του 15ου αιώνα ήταν ο μεγαλοπρεπής τάφος του Κ. Βενιέρη, ο οποίος όταν καταστράφηκε τα διάφορα κομμάτια του τοποθετήθηκαν πάνω από την πόρτα του ναού του Αγίου Ιωάννη Πρόδρομου στην Κίσαμο και του 1610 ήταν ο τάφος του Γ. Βλάχου στον Άγιο Αθανάσιο στις Λιθίνες, ναό που ο ίδιος ανακαίνισε. Λείψανα τάφου των Καλλεργών σώζονται στο ναό της Παναγίας στο θρόνο Αμαρίου. Καλύτερα διατηρείται το μαυσωλείο στην Παναγία στον Πρινό Μυλοποτάμου που είναι μέσα στον μεσημβρινό τοίχο της δυτικής καμάρας του ναού. Το μνημείο του Αγίου Ιωάννη στα Σκουλούφια Μυλοποτάμου, που η σαρκοφάγος του είχε καταστραφεί και επιδιορθωθεί εξωτερικά, φέρει χαραγμένη χρονολογία 1531.

Οι χριστιανοί επί Τουρκοκρατίας εξακολούθησαν να θάπτονται στα προαύλια ναών, ενώ στις πόλεις αναπτύχθηκαν ή πιθανόν συνέχισαν να χρησιμοποιούνται για το λαό, νεκροταφεία στα όρια των πόλεων.

Στο Ηράκλειο υπήρχε η τάση να θάπτωνται οι επισημότεροι τουλάχιστον, στο προαύλιο του σιναϊτικού μετοχιού του Αγίου Ματθαίου. Ο πολύς όμως χριστιανικός κόσμος χρησιμοποιούσε το προς δυσμάς της πόλης κατά την παραλία λεγόμενο παλαιό νεκροταφείο, που σήμερα βρίσκεται ο συνοικισμός Αγία Βαρβάρα. Σύμφωνα με τουρκικό φιρμάνιτου 1671, παραχωρήθηκαν στους ορθοδόξους κατοίκους του Ηρακλείου, δύο στρέμματα γης στο άκρο του βοσκότοπου που βρίσκεται έξω από την Κιζίλ Τάμπια. Την ίδια χρονιά, άλλο φιρμάνι παραχώρησε τέσσερα στρέμματα γης, στην ίδια περιοχή, για την ταφή των Αρμενίων του Ηρακλείου. Στο έγγραφο αυτό μαρτυρείται ήδη υπάρχον εκεί εβραικό νεκροταφείο. Kizil Tabya σημαίνει το ερυθρόν πρόχωμα και έτσι ονομάστηκε από τους Τούρκους το δυτικό προς τη θάλασσα τμήμα του φρουρίου του Χάνδακος. Το ένα χριστιανικό, το αρμενικό και το εβραικό νεκροταφείο, δηλαδή, βρισκόταν κάπου στην περιοχή του γηπέδου του ΟΦΗ στα Καμίνια και το άλλο χριστιανικό στο σιναΐτικο μοναστήρι του Αγίου Ματθαίου. Τα κοιμητήρια της περιοχής των Καμινίων δεν άφησαν κανένα ίχνος,ενώ κάτι ανάλογο συνέβη και στο κοιμητήριο του Αγίου Ματθαίου, που πριν λίγα χρόνια και εντελώς τυχαία, κάποιο επιτάφιο επίγραμμα αποκάλυψε το όνομα επιφανούς Ηρακλειώτη που είχε ενταφιαστεί εκεί.

Στα Χανιά, τα πρώτα χρόνια της τουρκικής κατοχής ο πληθυσμός έθαβε μέσα στην πόλη τους νεκρούς του, από τους οποίους δεν χωρίζονταν και μετά το θάνατο.

Όσο για τους μουσουλμάνους, επί Τουρκοκρατίας επικρατούσε η συνήθεια να θάβονται οι επισήμοι νεκροί, βεζίρηδες, πασάδες, κληρικοί κ.λ.π. στους περιβόλους των τζαμιών και τεκέδων. Στο Βεζίρ Τζαμί στο Ηράκλειο λ.χ. τάφηκε ο Αλβανός αρχιστράτηγος Χασάν Πασάς, ο οποίος μετά τη σφαγή 2000 χριστιανών στο σπήλαιο της Μιλάτου το 1823, σκοτώθηκε πέφτωντας από το άλογό του. Ο τάφος του, με επιγραφή βρίσκεται αντικρύ της αποθήκης Δυαλινά. Επίσης, ο χριστιανός και εκτουρκισθείς Ισμαήλ Πασάς, κατά την επιστροφή από εκστρατεία το Μάιο 1867 αποθανών, τάφηκε στον ίδιο περίβολο του Βεζίρ Τζαμιού. Στο γέροντα Ιμπραΐμ Μπαμπά Αφεντακάκη επετράπη με διαταγή του αρμόδιου υπουργείου να ταφή πριν κάποια χρόνια στον Τεκέ των Δερβισών πίσω από το ξενοδοχείο Κνωσός, αν και τα οστά του πήραν οι εγγονοί του μαζί τους αναχωρούντες ως ανταλλάξιμοι.

Στο Ρέθυμνο το νεκροταφείο ήταν εκεί που σήμερα βρίσκεται ο ναός του Αγίου Κωνσταντίνου, απέναντι από τα ΚΤΕΛ. Πηγές αναφέρουν στο ίδιο σημείο βρίσκονταν ο Άγιος Αθανάσιος των Φράγκων και ο Άγιος Αθανάσιος των Ελλήνων. Το νεκροταφείο φαίνεται ότι χρησιμοποιήθηκε και κατά την Ενετική Περίοδο.

Στο Ηράκλειο η τεράστια έκταση που κάλυπταν οι τουρκικοί τάφοι μοιράστηκε από το δημόσιο και σήμερα στη θέση του βρίσκονται πολύκατοικίες και δρόμοι.

Ο πολύς τουρκικός λαός, λοιπόν, θάβονταν έξω από την πόλη, όπου με την συνήθεια των μουσουλμάνων να θάπτεται ο καθένας σε χωριστό μνήμα, δημιουργήθηκαν γρήγορα, μεγάλα τουρκικά νεκροταφεία που καταλάμβαναν έκταση πολλών στρεμμάτων.

Στους ιδίους περιβόλους, όπου κάποτε είχαν τους τάφους τους οι βυζαντινοί μητροπολίτες και Κατεπάνω Κρήτης και οι αρχοντόπουλοι, θάπτονταν ύστερα οι Φράγκοι αρχιερείς και δούκες και στρατηγοί και τελευταία οι Τούρκοι βεζίρηδες και πασάδες.

Πηγή

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Agelarakis, Kanta, Moody 2000: Agelarakis A., Kanta A., Moody J., Cremation Burial in LM IIIC - Sub Minoan Crete and the Cemetery at Pezoulos Atsipades, Crete.

Aλεξίου 1967: Aλεξίου Στυλ, « Αρχαιότητες και μνημεία Κεντρικής και Ανατολικής Κρήτης», ΑΔ 22 (Β11, Χρονικά) , 480-488

Blackman 1999-2000: Blackman D. J. «Archaeology in Greece 1999-2000», AR 139-140

Boardman 1971: Kurtz, D. C. and Boardman J., Greek Burial Customs, Llondon.

Branigan (ed.) 1998: Branigan K.(ed.) Cemetery and Society in the Aegean Bronze Age, Sheffield Academic Press

Brock 1957: Brock J.K., Fortestsa,

Burkert 1985: Burkert W., Greek Religion, Berkeley

Cavanagh and Mee 1998: Cavanagh W. and Mee Chr., «A Private Place: Death in Prehistoric Greece», Studies in Mditerranean Archaeology, vol. CXXV.

Christou 1998: Christou D., «Cremations in the Western Necropolis of Amathous» in Karageorghis V., Stampolidis N. (eds), Eastern Mediterranean. Cyprus, Dodecanese, Crete 16th -6th c. BC., Proceedings of the International Symposium in Rethymnon 1997, Athens, 207-216.

Coldstream 2003: Coldstream J.N., Geometric Greece. 900-700BC, Rutledge

Daux 1960: Daux G., « Chronique des fouilles et decouvertes archaeologiques en Grece en 1959 », BCH 84, 819-21

Davaras 1973: Davaras Κ., «Cremations in Minoan and Subminoan Crete», Antichita Cretesi, Studi in onore di Doro Levi, Catania, I, 158-167.

Dennis 2001: Dennis G. T., «Death in Byzantium», DOP 55, 1-7

Desborough 1995: Desborough V.R., Oι Ελληνικοί Σκοτεινοί Αιώνες, (μετ. Κόντη), ΑθήναDoumas 1977: Doumas Christos, «Early Bronze Age Burial Habits in the Cyclades», Studies in Mditerranean Archaeology, vol. XLVIII

Evans 1906: Evans A., «The Prehistoric Tombs of Knossos, London

Fedwick 1976: Fedwick P. J., «Death and dying in Byzantine liturgical traditions», Eastern Churches Review 8, 157-161

Forsdyke 1926-7: Forsdyke E.J., «The Mavro Spilio cemetery at Knossos», BSA 28, 243-296

Garfield 1990: Garfield J., The Fallen: a photographic journey through the war cemeteries and memorials of the Great War 1914-18, London

Gerola 1932: Gerola G., Monumenti Veneti nell' isola de Creta, vol. IV, Venezia, μετάφραση Σπανάκης Στ., Βενετικά Μνημεία της Κρήτης (Εκκλησίες), εκδοτική φροντίδα "Βικελαία Δημοτική Βιβλιοθήκη", Κρήτη 1993

Hacioglu 1992: Hacioglu A., Imamet Rehberi, Κομοτηνή

Hale 1949: Hale J. E., The pastor of burial. A historical synopsis and a commentary, Washington

Hall 1914: Hall E. H., Excavations in Eastern Crete Vrokastro, The Museum of Anthropological Publications, 3, Pennsylvania.

Hallager, McGeorge 1992: Hallager B.R., McGeorge J.P., «Late Minoan III Burials at Chania. The tombs, finds and deceased in odos Palama», SIMA XCIII, Goteborg

Hood 1958-9: Hood S., « A Minoan Shaft-Grave on the slopes opposite the Temple Tomb», BSA 53-54, 281-2

Hood 1958-9: Hood S., «A Minoan Shaft-Grave in the bank with Hogarth΄s Tombs», BSA 53-54, 283-4

Kilavuz, Koten, Cetin, Algul 1988: Kilavuz A. S., Koten A., Cetin O., Algul H., Din kulturu ve ahlak bilgisi, Constantinople (Milli Egitim)

Kurtz, Boardman 1971: Kurtz D., Boardman J., Greek Burial Customs, London.

Kyriakakis 1974: Kyriakakis J., «Byzantine burial customs: Care of the deceased from death to the prothesis», The Greek Orthodox Theological Review 19, 37-72

Lemos 2002: Lemos I., The Protogeometric Aegean. The Archaeology of the Late Eleventh and Tenth Centuries BC, Oxford

Melas 1984: Melas M., «The origins of Aegean cremations», Ανθρωπολογικά 5, 21-34.

Muhly 1992: Muhly J.D.: Μινωικός Λαξευτός τάφος στον Πόρο Ηρακλείου, Αθήνα

Ozcan 1987: Ozcan Μ., Din gorevlisinin el kitabi, Constantinople

Papadakis 1986: Papadakis N., «Excavations, Mochlos: agros M. Katapoti», ΑΔ 41, 227-228.

Pelon 1976: Pelon O., Tholoi, tumuli et cercles funeraires, Paris.

Petrakakos 1905: Petrakakos D., «Die Toten im Recht nach der Lehre und den Normen des orthodoxen morgenlandischen Kirchenrechts und der Gesetzgebung Griechenlands», Leipzig

Popham et. al 1974: Popham et al., «Sellopoulo tombs 3 and 4, two Late Minoan graves near Knossos», BSA 69, 195-257.

Rohde 1966: Rohde E., Psyche: The Cult of Souls and Belief in Immortality Among the Greeks, New York.

Rush 1941: Rush A., Death and Burial in Christian antiquity, Washington

Rutherford 1975: Rutherford R., Psalm 113 (114-115) and Christian burial, Berlin

Rutherford 1980: Rutherford R., The Death of a Christian. The rite of funerals, New York

Sakellarakis 1972: Sakellarakis I, «Mycenean Tafikos Perivolos in Crete» AAA 5, 399-415

Savignoni 1904: Savignoni: ‘Scavi e scoperte nella Necropoli di Phaestos΄, Monumenti antichi XIV, COL. 501-566

Seager 1910: Seager R., Explorations in the island of Pseira, Crete, Philadelphia

Seager 1912: Seager R., Exploration in the island of Mochlos, Boston

Seager 1916: Seager R., The cemetery of Pachyammos, Crete, University of Pensylvania

Soles 1979: Soles J., «The Early Gournia Town», AJA 83, 149-167

Soles 1992: Soles J., The Prepalatial cemeteries at Mochlos and Gournia and the House Tombs of Bronze Age Crete, Hesperia 24 (suppl.), Princeton

Tsipopoulou 1989: Tsipopoulou M., Archaeological survey at Aghia Photia, Siteia, SIMA, Pocketbook 76, Sweden.

Van Effentere 1948: Van Effenterre H., « Mirabello, Necropoles» Etudes Cretoises, VIII, Ecole Francaise D΄ Athenes

Van Effentere 1963: Van Effenterre H., Fouilles executees a Mallia, Etude du site et exploration de necropoles, Paris
Warren και Hankey 1989: Warren P., Hankey V., Aegean Bronze Age Chronology, Bristol.

Watrous 1982: Watrous L.V., «Lasithi, a history of settlement on a highland plain in Crete», Hesperia18 (Supplement), Princeton
Xanthoudides 1914: Xanthoudides St., The Vaulted tombs of Mesara, London

Αγγελομάτη-Τσουγκαράκη 1972: Αγγελομάτη Τσουγκαράκη Ε., Μητρώον Α΄ Νεκροταφείου Αθηνών, Αθήνα

Βλαζάκη 1992: Βλαζάκη Μ., «Αρχαιότητες και μνημεία Δυτικής Κρήτης. Ανασκαφικές Εργασίες», ΑΔ 47, 571-5

Βοκοτοπούλου 1986: Βοκοτοπούλου Ι., Βίτσα: τα νεκροταφεία μιας μολοσσικής κώμης, Αθήνα

Βολανάκης 1987: Βολανάκης Ι., «Τα παλαιοχριστιανικά μνημεία της Κρήτης», Κρητικά Χρονικά, τ. ΚΖ, 235-261

Γεωργίου Β: Γεωργίου Β., Ιστορία της Αντίστασης 1940-45, τ. 3, σ. 1260, 1277

Γεωργούλης: Γεωργούλης Κ. Δ., «Νεκροί (Θρησκειολογία)», Θ.Η.Ε. 9, Αθήνα, 377-383

Γιαπιτζόγλου 2000: Γιαπιτζόγλου Κ., «Ταφικά μνημεία στη βενετοκρατούμενη Κρήτη, Τα αρκοσόλια», Γ' Συνάντηση Βυζαντινολόγων Ελλάδος και Κύπρου (περιλήψεις), 111 - 112, Ρέθυμνο

Δαβάρας 1964: Δαβάρας Κ., «Αρχαιότητες και Μνημεία Ανατολικής Κρήτης», ΑΔ 19 (Χρονικά), 441-6

Δαβάρας 1971: Δαβάρας, K., «ΠΜ Νεκροταφείο Αγίας Φωτιάς Σητείας», AAA 4, 392-97.

Διαμαντής 2002: Διαμαντής Ν., «Επιγραφές από το παλαιοχριστιανικό νεκροταφείο της Κισάμου», ΑΔ 53, Α΄ Μελέται, 313- 330

Εμμανουηλίδης 1989: Εμμανουηλίδης Ν., Το δίκαιο της ταφής στο Βυζάντιο, Αθήνα

Θεμέλης 2000: Θεμέλης Π., Πρωτοβυζανινή Ελεύθερνα, τομέας Ι, Ρέθυμνο

Θεοδωράκης 1961: Θεοδωράκης Γ., «Η Μάχη του Γαλατά», Κρητική Εστία, τ. 9, σ. 456

Θεοδωράκης 1965: Θεοδωράκης Γ., «Τα αποκαλυπτήρια του ηρώου του Γαλατά» Κρητική Εστία, τ. 13, σ. 401

Θεοδώρου 1982: Θεοδώρου Ε., «Λατρευτικές εκδηλώσεις υπέρ των κεκοιμημένων» στις «Αποστολικές Διαταγές», Ο Εφημέριος 31, 259

Ιερά Μητρόπολις Δράμας 2001: Ιερά Μητρόπολις Δράμας, Νεκρώσιμα Τελετουργικά, Εισηγήσεις-Πορίσματα Ιερατικού Συνεδρίου της Ιεράς Μητρόπολης Δράμας, Δράμα

Ιερόθεος 2000, Ιερόθεος, «Η θεολογική άποψη και οι εκκλησιολογικές συνέπειες της καύσεως των νεκρών», Πρακτικά Ημερίδος «Η «Καύση των Νεκρών», Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος, Συνοδική Επιτροπή Δογματικών και Νομοκανονικών Ζητημάτων, Ποιμαντική Βιβλιοθήκη 3, Αθήνα, 30-40

Καλλίνικος 1914: Καλλίνικος Κ., «Η φροντίς των νεκρών εν τω Χριστιανισμώ», Εκκλησιαστικός Κήρυξ 4, 200-205, 240-245, 280-285, 358-363, 395-399, 491-496

Καλοκύρης 1958: Καλοκύρης Κ., «Ολοκλήρωση της ανασκαφής της βυζαντινής βασιλικής Βυζαρίου Κρήτης», ΠΑΕ, 243-251

Καρπάθιος 2000: Καρπάθιος Στ., Η καύση των νεκρών. Αναφορά στην ψυχολογία του φαινομένου, Πρακτικά Ημερίδος «Η «Καύση των Νεκρών», Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος, Συνοδική Επιτροπή Δογματικών και Νομοκανονικών Ζητημάτων, Ποιμαντική Βιβλιοθήκη 3, Αθήνα, 87-98

Κεραμόπουλλος 1926: Κεραμοπούλλου Α., «Παλαιαί Χριστιανικαί και Βυζαντιναί ταφαί εν Θήβαις», ΑΔ 10, 124-136

Κονιδάρης 1984: Κονιδάρης, Νομική Θεώρηση των μοναστηριακών τυπικών, Αθήνα

Κονιδάρης 1999: Κουκιάρη Σ., «Η εικόνιση της ταφής των Αρχιερέων καθιστών», Κληρονομιά 31, 113 - 126

Κουκουλές 1939: Κουκουλές Φ., «Τα κατά την ταφήν των βυζαντινών βασιλέων», Επετηρίς Εταιρείας Κρητικών Σπουδών ΙΕ, Αθήναι, 52-78

Κουκουλές 1940: Κουκουλές Φ., «Βυζαντινών νεκρικά έθιμα», Επετηρίς Εταιρείας Βυζαντινών Σπουδών, τ. ΙΣ, Αθήναι, 3-80

Κουκουλές 1940: Κουκουλές Φ., «Συμβολή εις την Κρητικήν λαογραφίαν επί Βενετοκρατίας», Επετηρίς Εταιρείας Κρητικών Σπουδών, τ. Γ, Αθήναι, 25-34

Κουκουλές 1951: Κουκουλές Φ., Βυζαντινών βίος και πολιτισμός, τ. Δ, Εν Αθήναις

Λιουδάκη 1939: Λιουδάκη Μ., «Η τελευτή στην Κρήτη», Επετηρίς Εταιρείας Κρητικών Σπουδών Β, Αθήναι, 403-427

Λουκάτος 1940: Λουκάτου Δ., «Λαογραφικαί περί τελευτής ενδείξεις παρά Ιωάννη τω Χρυσοστόμω», Επετηρίς Λαογραφικού Αρχείου 2, 30-117

Μorris 1997: Morris I., Ταφικά Τελετουργικά έθιμα και κοινωνική δομή στην κλασική αρχαιότητα, Ηράκλειο

Μακρής 1989: Μακρής Ευ., «Ανίχνευση παλιότερων επιδράσεων στην παλαιοχριστιανική ταφική αρχιτεκτονική και τη νεκρική λατρεία», Πρακτικά Α΄ Διεθνούς Συμποσίου, Κέντρο Βυζαντινών Ερευνών, Αθήνα, 89-104

Μακρής: Μακρής Σπ., «Νεκρώσιμος Ακολουθία. Κηδεία», Θ.Η.Ε. 9, Αθήνα, 383-385

Μακρής: Μακρής Σπ., «Το ζήτημα της καύσεως των νεκρών», Θ.Η.Ε. 9, Αθήνα, 385-386

Μαντζαρίδου 2000: Μαντζαρίδου Γ., «Η καύση των νεκρών από την άποψη της χριστιανικής ανθρωπολογίας και ηθικής», Πρακτικά Ημερίδος «Η «Καύση των Νεκρών», Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος, Συνοδική Επιτροπή Δογματικών και Νομοκανονικών Ζητημάτων, Ποιμαντική Βιβλιοθήκη, 3, Αθήνα, 100-107

Μαρή, Κυρίμη 2000: Μαρή Μ., Κυρίμη Μ., «Το νεκροταφείο του Ι. Ν. Αγίων Δέκα στο ομώνυμο χωριό της επαρχίας Καινουρίου (Ηρακλείου Κρήτης)», Γ' Συνάντηση Βυζαντινολόγων Ελλάδος και Κύπρου (περιλήψεις), Ρέθυμνο, 133-135

Μαρίνος 2000: Μαρίνος Α. Η καύση των νεκρών και το σύνταγμα, Πρακτικά Ημερίδος «Η «Καύση των Νεκρών», Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος, Συνοδική Επιτροπή Δογματικών και Νομοκανονικών Ζητημάτων, Ποιμαντική Βιβλιοθήκη 3, Αθήνα, 42-47

Ματθαιάκης 1973: Ματθαιάκης Τ., Το έργον της Εκκλησίας εις τα κοιμητήρια, Αθήνα

Μαυράκης 1995: Μαυράκης Aλκ., Περιβόλια Ρεθύμνου. Το Συναξάρι του τόπου, Ρέθυμνο, σ.82-84

Μικρόν Ευχολόγιον ή Αγιασματάριον 1999, «Ακολουθία Νεκρώσιμος», ΑΔΕΕ, Αθήνα, 231-267

Μπεκατώρος: Μπεκατώρος Γ. Γ., «Μνημόσυνον (Τάξις Λατρείας)», Θ.Η.Ε. 8, Αθήνα, 1229-1230

Μπλέτσα-Κλάδου 1978: Μπλέτσα-Κλάδου Α., Τα Χανιά έξω από τα τείχη, Χανιά 1978

Μπουρνέλης 2002: Μπουρνέλης Α.Ν., Πατέρων λόγος, Ιερά Μνημόσυνα, Ηράκλειο

Οικονομίδης: Οικονομίδης Δ. Β., ««Μνημόσυνον (Λαογραφία)», Θ.Η.Ε. 8, Αθήνα, 1230-1233

Παζαράς 1988: Παζαράς Θ., Ανάγλυφες σαρκοφάγοι και επιτάφιες πλάκες της μέσης και ύστερης Βυζαντινής περιόδου στην Ελλάδα, Αθήνα

Πάλλας 1937: Πάλλας Δ., «Οι χριστιανικοί καμαρωτοί τάφοι (Καταγωγοί και λατρευτικαί ιδέαι)», ΑΕ , 847-865

Πάλλας 1950-1951: Πάλλας Δ., «Σαλαμινιακά», ΑΕ, 163-181

Παναγοπούλου: Παναγοπούλου Δ., Ίνα μη αδικώμεν τους νεκρούς μας, εκδ. Ε΄, Αθήνα

Παπαδάκης 1986: Παπαδάκης N.: «Ανασκαφικές Εργασίες, Μόχλος. Αγρός Εμμ. Καταπόδη», ΑΔ 41, 227-8.

Παπαδάκης 2002: Παπαδάκη Γ., Βιάννος, Διαχρονική Πορεία από τα βάθη των αιώνων μέχρι σήμερα, Αθήνα

Παπαλεξίου 2004: Πανοσιολογιώτατος Αρχιμ. Κ. Παπαλεξίου Παύλος, Δίπτυχα της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήνα

Πολίτης 1921: Πολίτη Ν., «Το έθιμον της θραύσεως των αγγείων κατά την κηδείαν», Λαογραφικά Σύμμεικτα Β, εν Αθήναις, 273 - 275
Πολίτης 1931: Πολίτη Ν., «Τα κατά την τελευτήν», Λαογραφικά Σύμμεικτα Γ, εν Αθήναις, 111-113

Προβατάκης 1990: Προβατάκης Θ., Κρήτη: Λαϊκή Τέχνη και Ζωή, Αθήνα

Πρωτόδικος 1860: Πρωτόδικος Ι., Περί της παρ΄ ημίν ταφής μετά σημειώσεων και παραβολών προς την ταφήν των αρχαίων, Αθήναι

Σακελλαράκης 1972: Σακελλαράκης, Γ., 1972: «Μυκηναικός ταφικός περίβολος εις Κρήτην», ΑΑΑ 5, 399-415

Σπανάκης 1984: Στ. Σπανάκης, Η Κρήτη, Ηράκλειο, 1984, p. 264

Σπυριδάκης 1950: Σπυριδάκη Γ. Κ., «Τα κατά την τελευτήν έθιμα των Βυζαντινών εκ των αγιολογικών πηγών», Επετηρίς Εταιρείας Βυζαντινών Σπουδών, τ. Κ, Αθήναι, 75-171

Συλλιγαρδάκης 1981: Συλλιγαρδάκης Τ., Ποιμαντορικόν Εγκόλπιον, Ρέθυμνο

Συμεών Θεσσαλονίκης: Συμεών Θεσσαλονίκης, «Περί του τέλους ημών και της ιεράς τάξεως της κηδείας και των κατ΄ έθος υπέρ μνήμης γινομένων», P. G. 155, 669-696

Τραυλός 1993: Τραυλός Ι., Πολεοδομική εξέλιξις των Αθηνών, Αθήνα

Τreuil, Darcque 1996: Treuil R., Darcque P., Οι πολιτισμοί του Αιγαίου κατά τη Νεολιθική και την Εποχή του Χαλκού, Αθήνα

Τζεδάκης 1971: Τζεδάκης Γ., «Ανασκαφή Αρμένων», ΑΔ 26, 513-6

Τζέρπου 2000: Τζέρπου Δ. Β., Η ακολουθία του Νεκρώσιμου Ευχελαίου κατά τα χειρόγραφα ευχολόγια του 14ου - 16ου αι. Συμβολή στην ιστορία και τη θεολογία της χριστιανικής λατρείας, Αθήνα

Τίγκας 1993: Τίγκα Αν., Η ταφή των νεκρών, Αθήναι

Τρούλης 2000: Τρούλης Μ., Ιερά Μητρόπολις Ρεθύμνου και Αυλοποτάμου: ιστορία-μνημεία-θησαυροί, Ρέθυμνο

Τσιμαγένης: Τσιμαγένης Ι., «Αι ημέραι των νεκρών» Θ.Η.Ε. 9, Αθήνα, 386-388

Φάρος 1981: Φάρου Φ., Το πένθος. Ορθόδοξη, λαογραφική και ψυχολογική θεώρηση του πένθους, Αθήνα

Φουντούλης 1994: Φουντούλης Ι. Μ., Απαντήσεις εις λειτουργικάς απορίας, τ.Β΄, Αθήνα ,151-300

Φουντούλης: Φουντούλης Ι. Μ., «Μνημόσυνον», Θ.Η.Ε. 8, Αθήνα, 1226-1229

Φραγκούλη 1995 : Φραγκούλη Α., «Το θέμα του τόπου ενταφιασμού του Γεώργιου Χορτάτζη», Πεπραγμένα Ζ΄ Κρητολογικού Συνεδρίου, τ. Β2, Ρέθυμνο, 729 - 742

Φρέρης 1993: Φρέρης Β., Τα ιστορικά μοναστήρια της Κρήτης: Αρσανίου, Αρκαδίου, Ασωμάτων, Πρεβέζης, Οδηγήτριας, Αθήνα

Φυτράκη 1955: Φυτράκη Α., Λείψανα και τάφοι μαρτύρων κατά τους τρεις πρώτους αιώνες, Αθήναι
Φωτεινού, Επιτροπάκης, Κυρίμη 2000: Φωτεινού Α., Επιτροπάκης Π., Κυρίμη Μ., «Ενεπίγραφες κεραμίδες από το νεκροταφείο του Ι. Ν. Αγίου Ιωάννη στο Ρουκάνι Τεμένους Ηρακλείου», Γ' Συνάντηση Βυζαντινολόγων Ελλάδος και Κύπρου (περιλήψεις), Ρέθυμνο, 155-157

Χατζή-Βαλιάνου 1989: Χατζή-Βαλιάνου Δ. Φαιστός, Αθήνα

Χατζηνικολάου 1999: Χατζηνικολάου Ν., «Το σήμερα, το χθες και το για πάντα της ταφής και της καύσεως των νεκρών. Ταφή ή καύση των νεκρών», Ομιλίες στην ημερίδα με θέμα «Η καύση των νεκρών», Αθήνα

Χατζηνικολάου 2000: Χατζηνικολάου Ν., Το σήμερα, το χθες και το για πάντα της ταφής και της καύσεως των νεκρών, Πρακτικά Ημερίδος «Η «Καύση των Νεκρών», Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος, Συνοδική Επιτροπή Δογματικών και Νομοκανονικών Ζητημάτων, Ποιμαντική Βιβλιοθήκη, 3, Αθήνα, 73-85

Χετζογιαννάκη 2002: Χετζογιαννάκη N., Tοπογραφία ταφικών θέσεων σε σχέση με τους οικισμούς της εποχής του Χαλκού στη Κρήτη. Διπλωματική εργασία μεταπτυχιακού διπλώματος, Πανεπιστήμιο Κρήτης, Ρέθυμνο, Κρήτη.

Χριστινάκης 2000: Χριστινάκης Π. Ε., Ταφή ή καύση των νεκρών; Πρακτικά Ημερίδος «Η «Καύση των Νεκρών», Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος, Συνοδική Επιτροπή Δογματικών και Νομοκανονικών Ζητημάτων, Ποιμαντική Βιβλιοθήκη 3, Αθήνα, 49-71

Χριστόδουλος 2002: Χριστόδουλος Θ. Στ., «Τα ιερά μνημόσυνα», Λειτουργικά Θέματα, 2, Αθήνα

Ψευδοδιονύσιος Αρεοπαγίτης: Ψευδοδιονυσίου Αρεοπαγίτου, «Περί των επί τοις κεκοιμημένοις τελούμενων», P.G. 3, 552 - 584

Ψιλάκης 1994: Ψιλάκη Ν., Μοναστήρια και Ερημητήρια της Κρήτης, Ηράκλειο

Panagiotakis 2000: Panagiotakis G., Ντοκουμέντα από τη Μάχη και την Αντίσταση της Κρήτης, Ηράκλειο

Stewart 1970: Stewart MGD. G., H Mάχη της Κρήτης, Αθήναι, τ. 2, σ. 392

Vermeule 1983: Vermeule E., Η Ελλάς την Εποχή του Χαλκού, Αθήνα 1983

Vovelle 2000: Vovelle M., Ο θάνατος και η δύση: από το 1300 ως τις μέρες μας, Αθήνα

TEL: +30.2421.105126

FAX: (+30) 24211 02092
Τ.ΟΙΚΟΝΟΜΑΚΗ 2 – ΠΑΥΛΟΥ ΜΕΛΑ
ΒΟΛΟΣ ΤΚ 38221

Facebook

Ένωση Λειτουργών Κηδειών Ελλάδος

hello world!
facebook-official